Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

"Το πράσινο σπίτι της Μαίρης Βλαχογιάννη - α' μέρος

     Μικρή ζωγράφιζα. Στην αρχή δέντρα και σπιτάκια. Μετά πρόσθεσα τη μαμά, τον μπαμπά και μένα. Θυμάμαι ότι μου άρεσε να κρατάω τον ήλιο γι’ αυτό και το ένα μου χέρι ήταν πάντα μακρύ, μια μεγάλη γραμμή που ακουμπούσε τα σύννεφα και τον ήλιο. Όλοι μου έλεγαν ότι ζωγράφιζα πολύ ωραία. Εγώ όμως ήξερα. Δεν ζωγράφιζα καθόλου καλά. Παρ’ όλα αυτά ήμουν ευχαριστημένη γιατί έβαζα τα πράγματα στη θέση που ήθελα εγώ...


     Όταν πέθανε η γιαγιά μου η Ελευθερία ήμουν 7 χρονών. Απλά μου το ανακοίνωσαν. Δεν με πήραν στην κηδεία, ούτε με άφησαν ν’ ακούσω τα κλάματα του πατέρα μου. Όλα αυτά τα υπέθετα. Τότε βρήκα τη ζωγραφιά που ήμασταν εγώ, ο μπαμπάς και η μαμά σε μια παραλίγο αυλή σ’ ένα πράσινο παραλίγο σπίτι και παίζαμε – όπως και το συνηθίζαμε στην πραγματικότητα – κρυφτό. Εκεί επάνω, λοιπόν, ζωγράφισα μια καρέκλα και πάνω στην καρέκλα τη γιαγιά Ελευθερία να συνεχίζει το πλέξιμο στη μισοτελειωμένη κόκκινη ζακέτα μου. Δύσκολα κανείς μπορούσε να τα διακρίνει όλα αυτά. Εγώ όμως ήξερα. Η γιαγιά μου ήταν ακόμη εκεί και έπλεκε. Όλα ήταν όπως πριν.

«Νίνα μου, περιστεράκι μου φεύγω εγώ. Αφήνεις για λίγο τη ζωγραφιά σου να σε φιλήσει η μανούλα;»

     Η μητέρα μου θα 'φευγε και πάλι. Η βαλίτσα ταξιδίου ήταν ήδη στο αμάξι της από το προηγούμενο βράδυ. Σηκώθηκα τη φίλησα, με αγκάλιασε σφιχτά και μου έδωσε τις γνωστές συμβουλές.

«Να είσαι ήσυχη και να την ακούς τη θεία, εντάξει; Να τρως και να κοιμάσαι στην ώρα σου.»
«Εντάξει μαμά.»
«Α, και να προσέχεις τα κραγιόνια σου, εντάξει Νινάκι μου; Μην βάψουμε πάλι το σαλόνι με τις μπογιές και τρίβει η καημένη η θεία, ναι;»
«Καλά μαμά, θα προσέχω... καλό ταξίδι.»
«Σ’ ευχαριστώ περιστεράκι μου, σε φιλώ, γεια σου... γεια!»

     Η θεία ξεπροβόδισε τη μαμά μέχρι την εξώπορτα. Γυρνώντας για να πάει στην κουζίνα, έκανε μία στάση για να μου χαϊδέψει το κεφάλι.

«Νινάκι μου, θα ζωγραφίσεις κι εμένα μία μέρα;»
«Αμέ! Στην επόμενη ζωγραφιά μου θα είσαι κι εσύ θεία!»

     Η θεία Άννα ήταν η αναπληρώτρια μαμά. Είχε αναλάβει αυτό το ρόλο σχεδόν από τη μέρα που γεννήθηκα. Η μαμά μου έπρεπε να ταξιδεύει συνέχεια λόγω δουλειάς. Μου είχαν πει ότι πριν σαραντίσει σε μένα έπρεπε να φύγει για μία νομική υπόθεση στην Ελβετία. Ο μπαμπάς ήταν όλη μέρα στο γραφείο του. Ερχόταν το βράδυ, κατάκοπος και πεινασμένος. Ρωτούσε τη θεία εάν έφαγα, εάν διάβασα και εάν ήμουν ήσυχη. Μετά ρωτούσε ακριβώς τα ίδια πράγματα κι εμένα επιβραβεύοντας τη διαγωγή μου. Μετά τον έχανα. Ήξερα πως ήταν κλεισμένος για κανα-δυο ώρες στο γραφείο της βιβλιοθήκης. Πολλές φορές τον άκουγα ν’ ανοίγει την πόρτα του δωματίου μου για να με δει πριν πέσει για ύπνο. Σπάνια, πλησίαζε στο κρεβάτι για να με φιλήσει στο μέτωπο και να ισιώσει την κουβέρτα. Πολλά Σαββατοκύριακα οι γονείς μου τ’ αφιέρωναν σ’ εμένα. Μου έδειχναν όλη τους την αγάπη κάνοντας ότι πέρναγε απ' το χέρι τους για να διώξουν τις τύψεις των υπόλοιπων ημερών. Ναι, οι γονείς μου μ’ αγαπούσαν πολύ και ποτέ δεν το αμφισβήτησα αυτό.

     Η θεία Άννα όμως ήταν κάτι διαφορετικό. Για μένα δεν ήταν καν ένας θνητός άνθρωπος. Ήταν σε όλα τέλεια σαν τους ήρωες στα παιδικά περιοδικά. Νοικοκυρά, μαγείρισσα, μοδίστρα ακόμα και δασκάλα. Μόνο εκείνη μπορούσε να μου μεταδώσει τη γνώση που κρυβόταν στα κακογραμμένα κείμενα των σχολικών βιβλίων. Το περιβάλλον μου ήταν ποτισμένο από τη γλυκύτητα και τη σοφία της. Καμιά φορά κρυφάκουγα τις συζητήσεις με την καλύτερή της φίλη όταν ερχόταν για καφέ στο σπίτι.

«Μα τώρα τι μου λες Άννα μου; Άντρες και γυναίκες το ίδιο πράγμα; οι άντρες είναι όλοι τους γουρούνια.»
«Αφού το ξέρεις βρε Θεανώ, δεν συμφωνώ μ’ αυτή την άποψη. Υπάρχουν καλοί άντρες και κακοί άντρες, όπως και γυναίκες. Δεν μπορώ να τους βάλω όλους στο ίδιο τσουβάλι.»
«Δεν μπορείς γιατί εσύ δεν ταλαιπωρήθηκες από κανένα γουρούνι. Στην αρχή, τότε που άφησες τον Νίκο να φύγει μόνος του για την Γερμανία, πίστευα ότι έκανες το μεγαλύτερο λάθος της ζωής σου. Θυμάσαι που στο ‘λεγα… δε στο 'λεγα; Μα καλά, σου 'λεγα, για να μεγαλώσεις το ανίψι σου θυσιάζεις τη δική σου τη ζωή;»
«Δεν ήταν θυσία Θεανώ μου και το ξέρεις. Ο Νίκος μου ’βαλε το μαχαίρι στο λαιμό. Ή παντρευόμαστε και φεύγουμε για Γερμανία ή ξέχασέ με, έλεγε, τα ξέχασες; Προτίμησα να μείνω γιατί εγώ δεν πιστεύω στην αγάπη με εκβιασμούς. Και δεν το μετάνιωσα. Τη Νίνα τη λατρεύω σα να τη γέννησα και τώρα πια δεν μπορώ να την αποχωριστώ.»
«Τέλος πάντων. Άλλο θέλω να πω εγώ. Ότι τώρα πια, ύστερα από όσα έχω ζήσει εγώ κι απ’ αυτά που βλέπω γύρω μου, εσύ είσαι βασίλισσα.»


     Ναι, η θεία μου ήταν βασίλισσα. Η δική μου αθάνατη βασίλισσα. 


Συγγραφέας: Μαίρη Βλαχογιάννη - φοιτήτρια Tabula Rasa


1 σχόλιο:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...