Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2015

"Η λύτρωση που άργησε" της Μαρίας Νιάρου



Πρόσωπα ιστορίας
Νάσια
Αριάδνη
Παππούς
Ηλικιωμένη γυναίκα

Μια γυναίκα γύρω στα σαράντα πέντε, η Νάσια στρώνει το τραπέζι μαζί με την εικοσιπεντάχρονη κόρη της, Αριαδνη.


Νάσια: Έλα, βιάσου Αριάδνη. Όπου να ‘ναι θα έρθει ο παππούς σου.

Μια ηλικιωμένη γυναίκα αποκομμένη από τη σκηνή κάθεται στην άκρη και την κοιτάει. Πλησιάζει το τραπέζι και γελάει ειρωνικά.

Νάσια: Αν ήταν εδώ η γιαγιά σου θα μου έλεγε να μη διπλώνω έτσι τις χαρτοπετσέτες. Σιχαινόταν να τις βλέπει έτσι.

Ηλ. Γυναίκα: Πάντα έτσι, όμως, τις έκανες.

Αριάδνη: Να ήταν το μόνο στο οποίο διαφωνούσατε…

Νάσια: Απλά δεν ταιριάζαμε σαν άνθρωποι

Αριάδνη: Απλά σκοτωνόσασταν.

Ηλ. Γυναίκα: Αφού από μικρή ήταν ξεροκέφαλη και υπερόπτισσα. Δεν άκουγε ποτέ κανέναν.

Νάσια: Υπερβολές (χτυπάει το κουδούνι). Τρέχα να ανοίξεις τώρα.

Αριάδνη: Πάω (φεύγει από τη σκηνή).

Ηλ. Γυναίκα: Πόσες φορές πρέπει να στο πω; Δεξιά το πιρούνι και αριστερά το μαχαίρι.

Νάσια: Αχ, τι κάνω η χαζή; Πάλι ανάποδα έβαλα τα μαχαιροπίρουνα. Αμάν πια.

Μπαίνει στη σκηνή ένας ηλικιωμένος κύριος με το κορίτσι.

Παππούς: Χρόνια πολλά, Νάσια μου! (φιλάει την κόρη του). Να την θυμόμαστε πάντα. (Η ηλικιωμένη γυναίκα μένει να τον κοιτάει σαν άγαλμα)

Νάσια: Πέρασε, μπαμπά μου. Κάθισε (παίρνει τα λουλούδια από τα χέρια του. Ο κύριος κοιτάει με στενοχωρημένο ύφος την πολυθρόνα και στο τέλος κάθεται στον δίπλα καναπέ. Η ηλικιωμένη γυναίκα κάθεται στην πολυθρόνα δίπλα του και του χαιδεύει το πρόσωπο).

Παππούς: Σαν σήμερα πριν πέντε χρόνια. Πέρασαν πέντε χρόνια. Να, σαν εχθές την θυμάμαι να κάθεται  σε εκείνη τη θέση πάντα (δείχνει την πολυθρόνα) και μας κοιτούσε με εκείνο το βλέμμα που δεν μπορούσες να της κρύψεις τίποτα. Με μιας της τα ξεφούρνιζες όλα.

Νάσια: Είχε πάντα πολύ αυστηρό ύφος.

Παππούς: Αυτά τα χρόνια ήταν τα πιο αργά της ζωής μου. Από τότε όλα είναι διαφορετικά.

Νάσια: Για όλους μας ήταν δύσκολα.

Αριάδνη: Εσένα πρέπει να ηρέμησε το κεφάλι σου, πάντως μαμά.

Νάσια: Δεν ντρέπεσαι να λες τέτοια πράγματα; Νομίζεις πως δεν την αγαπούσα τη μαμά μου;

Αριάδνη: Πλάκα σου κάνω.

Νάσια: Και εσύ μαλώνεις μαζί μου. Σημαίνει ότι δε με αγαπάς;

Ηλ. Γυναίκα: Έλα, τώρα. Μην το πρίζεις το κορίτσι. Μια πλάκα πήγε να σου κάνει. Κουβέντα δεν μπορούν να σου πουν πια.

Παππούς: Ηρεμήστε, κορίτσια. Καταλαβαίνω ότι είστε ταραγμένες λόγω της ημέρας, αλλά δε χρειάζεται να μαλώνετε μεταξύ σας (η Νάσια συνεχίζει να στρώνει το τραπέζι).

Αριάδνη: Εγώ φταίω; Ούτε μια κουβέντα δεν μπορούμε να της πουμε πια. Όλο αρπάζεται (η μητέρα της την αγριοκοίταξε. Η ηλικιωμένη γυναίκα πάει και αγκαλιάζει την κοπέλα). Και δεν καταλαβαίνω γιατί κάθε χρόνο την ημέρα που πέθανε η γιαγιά κάνουμε τραπέζι.

Παππούς: Για να την τιμήσουμε.

Νάσια: Άκου, απορία. Δε φταίς όμως εσύ, αλλά η γιαγιά σου. Εκείνη σε είχε παραχαϊδεμένη και σου έκανε όλα τα χατίρια και να πως κατέληξες.

Ηλ. Γυναίκα: Να το πάλι. Αρχίσαμε (στέκεται απέναντι της).

Αριάδνη: Να αφήσεις τη γιαγιά ήσυχη εκεί που είναι. Εκείνη με αγαπούσε.

Νάσια: Ενώ, εγώ δε σε αγαπάω;

Παππούς: Ρε, κορίτσια δεν ντρέπεστε να μαλώνετε;

Ηλ. Γυναίκα: Όχι, Νίκο, άφησε τες να ξεσπάσουν. Εξάλλου για άλλον χτυπάει η καμπάνα ή μάλλον για άλλη.

Νάσια: Μπαμπά, μην ανακατεύεσαι, σε παρακαλώ!

Αριάδνη: Ναι, παππού. Άφησε την να τα πει. Σαρανταπέντε χρόνια τα κρατάει μέσα της.

Παππούς: Ε, τότε σκοτωθείτε με την ησυχία σας. Τι να σας πω και εγώ;

Νάσια: Πάντα με κατηγορούσες ότι σε παραμελώ.

Ηλ. Γυναίκα: Όπως έκανες και εσύ στη δική σου μαμά.

Νάσια: Και ότι η γιαγιά σου σε αγαπάει πιο πολύ.

Ηλ. Γυναίκα: Τι μου θυμίζει αυτό;

Νάσια: Ποτέ δεν είσαι ευχαριστημένη από εμένα.

Ηλ. Γυναίκα: Σαν να είναι κόρη σου ένα πράγμα.

Αριάδνη: Πότε σου είπα ότι δεν είμαι ευχαριστημένη από εσένα;

Νάσια: Δε μου το είπες, αλλά έτσι νιώθω.

Αριάδνη: Δεν φταίω εγώ για αυτό. Πάντα έτσι ένιωθες και με τη γιαγιά. Πες μου πότε ήταν η τελευταία φορά που της είπες ότι την αγαπάς ή έστω έναν καλό λόγο;

Νάσια: Και αυτό σημαίνει ότι δεν την αγαπούσα;


Αριάδνη: Ίσως.

Ηλ. Γυναίκα: (στην Αριάδνη) Τώρα κάνεις λάθος, κοτριτσάκι μου!

Νάσια: Λοιπόν, κάνεις πολύ μεγάλο λάθος. Την μητέρα μου την αγαπούσα όσο δεν φαντάζεσαι. Θα έκανα τα πάντα για να ήταν εδώ τώρα. Και θα φτάσει η ώρα που θα λες και εσύ το ίδιο.

Αριάδνη: Και γιατί δεν της το είπες ποτέ;

Ηλ. Γυναίκα: Γιατί ήταν ξεροκέφαλη και το έπαιζε σκληρή. Δεν ήθελε να δείξει ότι έχει αισθήματα.

Νάσια: Δε μου το επέτρεπε η γιαγιά σου. Δεν ήταν και πολύ φανατική των εκδηλώσεων αγάπης.
Παππούς: Αυτό δε σημαίνει ότι δε σε αγαπούσε.

Νάσια: Το ξέρω ότι με αγαπούσε, απλά…

Ηλ. Γυναίκα: Απλά τι;

Νάσια: Θα ήθελα να το νιώσω. Έστω για μια φορά.

Ηλ. Γυναίκα: Κοριτσάκι μου… (πάει να την αγκαλιάσει, αλλά η Νάσια απομακρύνεται)

Νάσια: Αλλά τώρα πια είναι αδύνατον.

Παππούς: Τότε μην κάνεις τα ίδια λάθη που έκανε η μαμά σου.

Νάσια: Και ενώ σε εμένα δεν επέτρεπε καν να εκδηλώνω αυτά που νιώθων, εσένα σου χάριζε απλόχερα όλη την αγάπη που στερήθηκα εγώ.

Αριάδνη: Δηλαδή δε σου είπε ποτέ ότι σε αγαπάει;

Ηλ. Γυναίκα: Ναι, αλλά όχι δυνατά.

Παππούς: Η γιαγιά σου ήταν της άποψης ότι αν την χαϊδεύει θα γίνει πολύ μαλακή και ότι όλοι θα την εκμεταλλεύονταν οι υπόλοιποι.

Αριάδνη: Και εμένα γιατί μου φερόταν πάντα τρυφερά;

Νάσια: Γιατί εσύ είχες εμένα για να σε κάνω σκληρή. Εκείνη έκανε το καθήκον της και ήταν η σειρά μου τώρα.


Αριάδνη: Και γιατί όλη αυτή η μανία της να γίνεις σκληρή;

Παππούς: Είχε τους λόγους της.

Νάσια: Τους οποίους ποτέ δεν έμαθα.

Παππούς: Και καλύτερα να μη μάθαιτε.

Αριάδνη: Μα, μόνο έτσι θα καταλάβουμε γιατί τα έκανε όλα αυτά η γιαγιά.

Ηλ. Γυναίκα: Μην τολμήσεις και πεις τίποτα.

Παππούς: Δεν ξέρω αν πρέπει.

Ηλ. Γυναίκα: Όχι, δεν πρέπει. 

Αριάδνη: Ίσως, μόνο έτσι καταφέρει να τη συγχωρέσει η μαμά.

Παππούς: Καλά, αλλά σίγουρα θα με καταραστεί η γιαγιά σου.

Αριάδνη: Πες, επιτέλους και μη μας βασανίζεις.

Παππούς: Οι γονείς της γιαγιάς σας…

Νάσια: Πέθαναν όταν ήταν μικρή. Γι’ αυτό και τη μεγάλωσε η θεία Νάσια.

Παππούς: Όχι, ακριβώς. Η θεία Νάσια την ανέλαβε, αλλά όχι γιατί πέθαναν οι γονείς της.

Νάσια: Τι εννοείς;

Ηλ. Γυναίκα: Ω, Θεέ μου! (σωριάζεται στην πολυθρόνα)

Παππούς: Ο μπαμπάς της ήταν αλκοολικός και γύριζε τις περισσότερες φορές μεθυσμένος στο σπίτι και … χτυπούσε και τη γιαγιά και τη μαμά της.

Αριάδνη: Και η μαμά της δεν έκανε τίποτα;

Παππούς: Όχι, γιατί δεν ήθελε να τον χάσει.

Αριάδνη: Μα, γιατί;

Παππούς: Ήταν διαφορετικές οι εποχές τότε, Αριάδνη μου! Οι γυναίκες σέβονταν τον άνδρα τους όπως και να ήταν.

Αριάδνη: Ακόμα και αν τις χτυπούσαν;

Παππούς: Ακόμα και τότε.

Νάσια: Και μετά τι έγινε;

Παππούς: Μια μέρα γύρισε πολύ μεθυσμένος ο μπαμπάς της και ήθελε να φάει. Υπεύθυνη για το φαγητό ήταν η μαμά σου και δεν είχε προλάβει να μαγειρέψει, καθώς ο μπαμπάς της γύρισε νωρίτερα. Τότε άρχισε να της φωνάζει και να τη βαράει και πάνω στο μεθύσι του και τα νεύρα του, έσφιξε τα χέρια του γύρω από το λαιμό της και πήγε να την πνίξει. Την τελευταία στγμή και ένας Θεός ξέρει πως, κατάφερε να ξεφύγει και το έσκασε από το σπίτι. Τότε πήγε στη θεία τη Νάσια και εκείνη την κράτησε και δεν τους ξανά άφησε να την δουν ποτέ. Μετά από λίγο καιρό ήταν σαν να είχαν ξεχάσει ότι είχαν παιδί.

Νάσια: Και πάλι δεν καταλαβαίνω τη συμπεριφορά της.

Παππούς: Ήθελε να γίνεις σκληρή για να καταφέρεις να ανταπεξέλθεις σε τέτοιους ανθρώπους. Να μην πάθεις τα ίδια με εκείνη. Θυμάσαι το σημάδι που είχε στο χέρι;

Νάσια: Ναι, πάνω από τον καρπό. 

Παππούς: Ήταν μαχαιριά από τον μπαμπά της. 

Η ηλικιωμένη γυναίκα κοιτάει το χέρι της και έχει το σημάδι και βάζει τα κλάματα.

Αριάδνη: Απίστευτο. Ολόκληρη ταινία.

Νάσια: Η πραγματικότητα πολύ είναι πιο τρομακτική από τις ταινίες.

Αριάδνη: Θεέ μου, πόσο λάθος έκανα τόσα χρόνια; Πόσες φορές την κατηγόρησα, ενώ εκείνη ήθελε το καλό μου; Πόσες φορές ευχήθηκα να μην ήταν αυτή η μαμά μου… Τώρα, όμως, κατάλαβα και σου ζητώ συγγνώμη για όλα μαμά μου. Δε θα σε άλλαζα με καμία άλλη. Θα έκανα τα πάντα για να ήσουν εδώ τώρα. Μακάρι να μπορούσες να με ακούσεις.

Ηλ. Γυναίκα: Σε ακούω, αγάπη μου! Σε ακούω (την αγκαλιάζει και βάζουν τα κλάματα). Ήρθε, επιτέλους, η ώρα να φύγω (σηκώνεται και στέκεται από πάνω της). Να είσαι δυνατή. Σε αγαπάω! (της δίνει ένα φιλί στο μέτωπο και η Νάσια σηκώνεται απότομα σαν να το ένιωσε και άρχιζει να κοιτάει ανήσυχα γύρω της. Η μητέρα της απομακρύνεται σιγά σιγά προς την πόρτα και φεύγει. Όλοι κοιτάνε προς την πόρτα που μόλις άνοιξε με απορία,  χωρίς να βλέπουν, όμως, κάτι.).

~~~~~~~~~

Το κείμενο δραματοποιήθηκε για τις ανάγκες της παράστασης "Αγαπημένη μου μαμά" που έγινε στα πλαίσια της γιορτής της μητέρας, στις 10 Μαΐου 2015. 


"Η ΛΥΤΡΩΣΗ ΠΟΥ ΑΡΓΗΣΕ"
Κείμενο: Μαρία Νιάρου
Σκηνοθεσία Αρης Λεχουρίτης
Ερμηνεύουν: Δέσποινα Αμαράντου - Βασιλική Κοντοσώρου - Στάθης Γεωργόπουλος - Τίνα Κολοβού

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...