Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Παρασκευή 1 Απριλίου 2022

«Η γέρο Λένη» της Σοφίας Κουτσούκου

Ο ήχος που έφτανε από το διπλανό διαμέρισμα ήρθε να διακόψει βίαια τον ύπνο μας μέσα στην άγρια νύχτα. Η Λουκία δίπλα μου πετάχτηκε αναστατωμένη.

-Τι ήταν αυτό; ρώτησε.

-Δεν ξέρω, απάντησα, κοιμόμουν κι εγώ όπως εσύ.

-Από το διπλανό διαμέρισμα ακούστηκε. Ποιος μένει δίπλα;

-Χμμ, που δίπλα; αριστερά ή δεξιά;

-Από δεξιά ακούστηκε.

-Κι εσύ από εκεί λες ε;;

-Πες καλέ ποιος μένει δίπλα;

-Αριστερά μένει η κυρά Παναγιώτα, δεξιά έμενε η γερό Λένη, πέθανε προχθές.

-Τι; Είσαι σοβαρή; Και γιατί δε μου το είπες;

-Γιατί αν στο έλεγα θα ερχόσουν να κοιμηθείς εδώ;

-Και βέβαια όχι.

-Γι’ αυτό.

Ήταν το πρώτο μου βράδυ στο φοιτητικό μου σπίτι στην Κομοτηνή μετά από ένα μήνα απουσίας μου στο πατρικό μου στην Αθήνα για τις γιορτές των Χριστουγέννων και δεν ήθελα να κοιμηθώ μόνη, φοβόμουν. Ειδικά μετά από προχθές που η σπιτονοικοκυρά ειδοποίησε την μάνα μου ότι πέθανε η διπλανή. Φώναξα λοιπόν την κολλητή μου από νωρίς στο σπίτι να δούμε ταινία και να φάμε πίτσα, να πούμε τα νέα μας από τις γιορτές και να περάσει εδώ το βράδυ της που είχα τόσο καιρό να την δω και μου έλειψε. Δικαιολογίες, έτρεμα να κοιμηθώ μόνη μου, αυτό είναι όλο.

-Άναψε το φως, λέει η Λουκία, αφού μας κόπηκε ο ύπνος.

Πατάω τον διακόπτη μα τίποτα.

-Ααα μη μου κάνεις τέτοια τώρα, είμαι και φοβητσιάρα. Φέρε το κινητό σου, της λέω, το δικό μου δεν έχει μπαταρία.

-Δε σου είπα ότι το ξέχασα σπίτι;

-Σήκω πάμε μαζί στην κουζίνα να πάρουμε αναπτήρα και κεριά.

Πιασμένες χέρι χέρι, προχωράμε μέσα στα σκοτάδια, ψηλαφίζοντας τοίχους και έπιπλα, κάνοντας απόλυτη ησυχία, λες και ο παραμικρός θόρυβός μας θα ξυπνούσε την γερό Λένη. Παίρνω τον αναπτήρα από το δεύτερο συρτάρι της κουζίνας και τα κεριά Ylang - Ylang που έχω πάνω στο τραπεζάκι για τα μαθήματα της γιόγκα. Ανάβω δύο, κρατάω το ένα και το άλλο το δίνω στη Λουκία. Γυρίζουμε προς το κρεβάτι με τα κεριά στα χέρια και θυμάμαι τον καθρέπτη μπροστά μου. Μην κοιτάξεις, σκέφτομαι, και πριν προλάβω να το πω στη Λουκία ακούω τις τσιρίδες της.

-Μην κοιτάς τον καθρέπτη, χαζή! Είμαστε δυο ξεμαλλιασμένες με άσπρες νυχτικιές και κεριά στα χέρια. Λογικό να φοβηθείς.


Τρέχουμε αμέσως κάτω από τα σκεπάσματα και σχεδόν κρατάμε τις ανάσες μας για να αφουγκραστούμε τους ήχους του σπιτιού. Και του διπλανού σπιτιού φυσικά. Τις σκέψεις μου διακόπτει η Λουκία.

-Να σε ρωτήσω κάτι;

-Σκέφτεσαι κι εσύ αυτό που σκέφτομαι; αποκρίνομαι.

-Για πες τι σκέφτεσαι εσύ να σου πω κι εγώ.

-Λένε ότι οι νεκροί για σαράντα μέρες από τον θάνατο τους τριγυρίζουν ανάμεσα στους ζωντανούς για να κλείσουν τις εκκρεμότητες τους κι ύστερα φεύγει το πνεύμα τους. Λες η γερό Λένη να είναι ακόμη δίπλα στο σπίτι της; λες να θέλει να μου πει κάτι;

-Μη λες τέτοια, με τρομάζεις.

-Εσύ τι ήθελες να ρωτήσεις;

-Γιατί την λέγαν γερό Λένη και όχι γριά Λένη, αφού ήταν γυναίκα;

-Άσε μας κουκλίτσα μου με τις χαζές απορίες σου, δεν προλαβαίνω να τελειώσω τη φράση μου και κάποιος χτυπάει την πόρτα του σπιτιού μου. Βάζω το χέρι μου στο στόμα της Λουκίας να μην ακουστούν παραέξω τα ουρλιαχτά της.

-Σσσ μη μιλάς, της λέω, κάνε σαν να μην υπάρχει κανείς στο σπίτι. Η πόρτα χτυπάει ξανά «Αμαλία άνοιξε, η Λένη από δίπλα είμαι». Αυτή τη φορά τα δικά μου ουρλιαχτά ακούστηκαν πιο δυνατά από της Λουκίας. Και τότε θυμάμαι το δεύτερο κινητό που έχω στο συρτάρι μου. Κάνε Θεέ μου να έχει έστω λίγη μπαταρία! Ανοίγω βιαστικά το κινητό και τηλεφωνώ αμέσως στη μάνα μου. «Αμαλία, τι συμβαίνει κορίτσι μου μέσα στα άγρια μεσάνυχτα;» «Μαμά, έχει κοπεί το ρεύμα και φοβόμαστε πολύ με τη Λουκία. Νομίζουμε ότι ακούμε τη γερό Λένη από δίπλα να μας χτυπάει την πόρτα». «Ανοίξτε της, της γυναίκας βρε κορίτσια ίσως θέλει βοήθεια». «Μάνα τι λες; Δε μου είπες ότι πέθανε;» «Όχι η γερό Λένη κορίτσι μου, η κυρά Παναγιώτα από δίπλα πέθανε». «Σε καλό σου βρε μάνα και μας κόπηκαν τα πόδια, κλείσε γειά». Αφού πήραμε μια ανάσα με την Λουκία και ήρθαν οι ψυχές μας στις θέσεις τους, ανοίξαμε την πόρτα. Η γερό Λένη στεκόταν απέξω με τα άσπρα της μαλλιά και την μαύρη ρόμπα και η γαμψή της μύτη μου φάνηκε μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά.

-Εδώ είσαι Αμαλία; Kαλά κατάλαβα ότι γύρισες. Δεν έχουμε ρεύμα. Έχεις να μου δώσεις ένα κερί;

-Ναι σας φέρνω αμέσως, πάει το Ylang Ylang σκέφτηκα, αλλά χαλάλι.

-Να ’σαι καλά κορίτσι μου. Μήπως έχεις να μου δώσεις άλλο ένα για την κυρά Παναγιώτα; Όση ώρα δεν άνοιγες της χτύπησα την πόρτα, μόνη της κάθεται κι αυτή μες στα σκοτάδια η καημένη.

 

Συγγραφέας: Σοφία Κουτσούκου – Σπουδάστρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου