Η Έλενα, παντρεμένη στα 35 της με δυο παιδιά και έναν άντρα που είναι πάντα στο πλευρότης, θεωρεί τον εαυτό της ευλογημένο και σκέφτεται πόσο μακριά έχει φτάσει στην ζωή της.
Παιδί από πρώτο ναυαγισμένο γάμο, είχε μάθει και συνηθίσει να νιώθει ανεπιθύμητη και να κάνει τα πάντα για να ευχαριστεί τους άλλους μήπως και έτσι την αποδεχθούν οι υπόλοιποι στην οικογένεια της. Προσπαθούσε εναγωνίως να ταιριάξει, να ανήκει κάπου. Μόνο την μαμά της είχε, η οποία από τα έξι της Έλενας και μετά, που ξαναπαντρεύτηκε της ζήτησε να σηκώνει μαζί της το βάρος για να είναι καλά η οικογένεια τους. Και η Έλενα μεγάλωσε έτσι απότομα, ήταν και δύσκολη η ζωή τους βιοποριστικά. Της ανέθετε καθήκοντα, να φροντίζει τον μικρό της αδερφό, να βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού, να αναλαμβάνει ευθύνες, γιατί η ίδια δούλευε πολλές ώρες και έλειπε, Όσο η Έλενα τα κατάφερνε, της ανέθεταν και παραπάνω πράγματα και αυτή προσπαθούσε να τα φέρει εις πέραν όσο καλύτερα μπορούσε για να την αγαπούν. Της έδειχναν αγάπη, αποδοχή και καλοσύνη μόνο όταν έπαιρναν ότι ήθελαν από αυτήν.