Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2015

"Συζητώντας δύο αδέρφια" του Αναστάσιου Καλατζή




Μέσα. Σαλόνι. Τα δύο αδέλφια πίνουν ουίσκι.
 
O Μεγάλος Αδελφός:  Πήρα την πρώτη πτήση για Κάιρο και ήρθα. Πες μου πως έφυγε η μητέρα;

Ο Μικρός Αδελφός:   Ήταν ξαφνικό. Μας βρήκε απροετοίμαστους. Μείναμε μόνοι αδελφέ, εσύ και εγώ.

O Μεγάλος Αδελφός:  Κι όμως, δεν νιώθω πίκρα. Έχω ένα χαμόγελο στα χείλη. Θυμάσαι ότι η Μητέρα μας δεν μιλούσε καλά τα αραβικά και όταν έστελνε τον θυρωρό να της αγοράσει κάποια πράγματα από τον μπακάλη η από το σούπερ μάρκετ τα μισά που έφερνε ήταν λάθος, επειδή δεν τα πρόφερε σωστά, και γινότανε χαμός μέχρι να συνεννοηθούν μεταξύ τους;

Ο Μικρός Αδελφός:  Θυμάσαι όταν τελείωνε το πρόγραμμα της τηλεόρασης στις ένδεκα και μισή το βράδυ; Τότε κλείναμε την τηλεόραση και καθόμασταν στο σαλόνι όλοι μαζί και λέγαμε αστείες ιστορίες, σατιρίζαμε ο ένας το άλλον, και μερικές φορές αυτοσαρκαζόμασταν. 

O Μεγάλος Αδελφός: Εγώ προσπαθώ να θυμηθώ πόσες φορές η Μητέρα μας από τα γέλια κατουρήθηκε απάνω της γιατί δεν πρόλαβε να πάει στην τουαλέτα. Τέσσερα μέτρα απείχε η τουαλέτα και ποτέ δεν προλάβαινε να πάει. 

Γελούν τα δύο αδέλφια.     

O Μεγάλος Αδελφός: Θυμάσαι όταν ήμασταν μικροί και όταν κάναμε αταξίες η Μητέρα μας μας πετούσε την παντόφλα από μακριά και μας χτυπούσε. Εσύ ήσουν ακόμα μικρός δεν πιστεύω να θυμάσαι.

 Ο Μικρός Αδελφός: Βεβαίως και θυμάμαι.

 O Μεγάλος Αδελφός: Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω είναι πως με πετύχαινε αφού έτρεχα για να την αποφύγω και έστριβα στο διάδρομο. Πως γινότανε και με ακολουθούσε όπου και να πήγαινα, ποτέ δεν το κατάλαβα. 

Ο Μικρός Αδελφός: Θα μας ακούσει κανείς να γελάμε και θα μας περάσει για αναίσθητους. 

O Μεγάλος Αδελφός:  Θυμάσαι μία υπηρέτρια που είχε φέρει η Μητέρα μας περίπου είκοσι πέντε χρονών, πολύ ωραίο σώμα. Την είχαμε για ένα χρόνο περίπου. Ένα πρωινό βλέπω ότι η μητέρα την είχε αντικαταστήσει με μία άλλη γυναίκα (γριά μπορώ να πω) εξήντα χρονών περίπου. Μπορεί και παραπάνω. 
  
Ο Μικρός Αδελφός: Παρόλο που ήμουν πολύ μικρός την θυμάμαι ήταν ωραία είχε ωραίο σώμα.

O Μεγάλος Αδελφός:  Τι να έγινε και έφυγε. Η την έδιωξε η Μητέρα μας, και γιατί, δεν την ρώτησα ποτέ. 

Ο Μικρός Αδελφός: Α, καλά λένε ότι τα μεγαλύτερα αδέλφια είναι ποιο αργόστροφα, και αγαθά από τα δεύτερα. Μάλλον έχουν δίκιο.

O Μεγάλος Αδελφός: Τώρα γιατί το λες αυτό.

Ο Μικρός Αδελφός: Δεν είχες καταλάβει ότι στην ηλικία που ήσουν τότε, ήταν παρακινδυνευμένο να μείνετε μόνοι σας με αυτή την γυναίκα. Σε εννιά μήνες θα είχες το δώρο σου από εκείνην. Την πήρες για χαζή την Μητέρα μας.

O Μεγάλος Αδελφός: Καλά ούτε το πήρα είδηση. Καλά και εσύ που τα ξέρεις. 

Ο Μικρός Αδελφός: Μου το είπε η Μητέρα μας.

O Μεγάλος Αδελφός: Το είπε σε σένα και όχι σε μένα που ήμουν ο μεγαλύτερος.

Ο Μικρός Αδελφός: Ναι γιατί εκείνο τον καιρό εγώ σκεφτόμουν ακόμα με το πάνω κεφάλι.
Γελούν τα δύο αδέλφια και πίνουν ουίσκι. Η μπουκάλα κοντεύει να αδειάσει.

Ο Μικρός Αδελφός: Θυμάσαι κάποιες φορές που την βοηθούσαμε στο πλύσιμο των ρούχων.

O Μεγάλος Αδελφός: Εννοείς το παιχνίδι  που κάναμε με το νερό, όχι ότι βοηθούσαμε.

Ο Μικρός Αδελφός:  Έχεις δίκιο. Όποτε έβαζε να πλύνει ρούχα, το βράδυ ήταν πολύ κουρασμένη. Καθόταν αποκαμωμένη στην πολυθρόνα της. Κάποτε την ρώτησα τι είχε και μου είπε ότι κάθε που έπλενε μετά πονούσαν τα χέρια της πολύ. Την λυπήθηκα πολύ εκείνη τη μέρα. 

O Μεγάλος Αδελφός: Είχαμε μία πολύ καλή Μητέρα που με το χαμόγελο της άστραφτε το σπίτι, καλή καρδιά, μας πρόσφερε τα πάντα. Όλη η γειτονιά την αγαπούσε. Τι ασφάλεια αισθανόμασταν όταν είχαμε πυρετό και ανοίγαμε τα μάτια μας και την βλέπαμε. Ξέραμε ότι όλα θα πάνε καλά. Και το κυριότερο μας είχε πάντα ελεύθερους.

Ο Μικρός Αδελφός:  Η Μητέρα μας έχει φύγει (πεθάνει) και εμείς γελάμε, δακρύσαμε από τα γέλια. 

O Μεγάλος Αδελφός: Αυτό δεν μας δίδαξε όλα αυτά τα χρόνια. Να κοιτάζομε τα πράγματα από την θετική τους πλευρά, την καλή τους όψη. Να αγαπάμε τους γύρω μας, να συγχωρούμε, και να είμαστε πάντα αγαπημένοι μεταξύ μας. 

Ο Μικρός Αδελφός:  Θυμάσαι τα φαγητά της; Έχω επιθυμήσει το καλό της φαγητό.

O Μεγάλος Αδελφός: Πάμε να φάμε, σε ένα καλό εστιατόριο. Να μιλήσουμε γι αυτήν και να θυμηθούμε τα φαγητά που μας μαγείρευε. 

Ο Μικρός Αδελφός:  Κανείς δεν φτιάχνει καλό φαγητό σαν την μητέρα μας. 

O Μεγάλος Αδελφός: Εντάξει θα βρούμε κάποιο καλό εστιατόριο. Αλλά μην αργήσουμε γιατί έχω να ξυπνήσω νωρίς. Έχω ταξίδι αύριο νωρίς το πρωί. 

Ο Μικρός Αδελφός: Δεν θα μείνεις λίγο μαζί μου. Να σε δω να τα πούμε 

O Μεγάλος Αδελφός: Δεν μπορώ να λείψω περισσότερο από τη δουλειά μου. 

Ο Μικρός Αδελφός: Θα σε ξανά δω; θα ξανά έρθεις; 

O Μεγάλος Αδελφός: Βεβαίως. Έλα σήκω, πάμε.  

Ο Μικρός Αδελφός: Εντάξει πάμε να φάμε. Αλλά σου υπενθυμίζω. Κανείς δεν φτιάχνει καλό φαγητό σαν την Μητέρα μας. 

O Μεγάλος Αδελφός: Το ξέρω. 

Ο Μικρός Αδελφός: Που θέλεις να πάμε. 

O Μεγάλος Αδελφός: Όπου θέλεις εσύ.    

Ο Μικρός Αδελφός:  Όχι όπου θέλεις εσύ.  

O Μεγάλος Αδελφός: Όχι όπου θέλεις εσύ. Εσύ ξέρεις τα μέρη καλύτερα εδώ.

Ο Μικρός Αδελφός:  Να ξέρεις όμως ότι όπου και να πάμε κανείς δεν φτιάχνει το φαγητό της Μητέρας.  

~~~~~~~~~

Το κείμενο δραματοποιήθηκε για τις ανάγκες της παράστασης "Αγαπημένη μου μαμά" που έγινε στα πλαίσια της γιορτής της μητέρας, στις 10 Μαΐου 2015. 


"ΣΥΖΗΤΩΝΤΑΣ ΔΥΟ ΑΔΕΡΦΙΑ"
Κείμενο: Αναστάσιος Καλαντζής
Σκηνοθεσία: Χριστίνα Ήλια
Ερμηνεύουν: Δημήτρης Παραδείσης - Γιώργος Λουρωτός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...