Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2021

"Έγινα ρεζίλι, η δόλια η νύφη" της Ελληνίδας Κατιρτζόγλου

Ήρθε και για μένα η ώρα να μαζευτώ και να νοικοκυρευτώ. Ήρθε η στιγμή που κάθε κοριτσόπουλο ονειρεύεται ή τουλάχιστον ονειρευόταν όταν εγώ ήμουν 19 χρονών κοριτσόπουλο και είπα  το μεγάλο "ναι" στον έρωτα της ζωής μου.  Γύρισα στο σπίτι και τους είπα αρραβωνιάζομαι, έτσι απλά γιατί τότε υπήρχε αυτός ο θεσμός ακόμα και δεν ήταν ντεμοντέ και ξεπερασμένος και αντί να μου πούνε που πας βρε κοριτσάκι μου, κάτι που θα πω σίγουρα στην κόρη μου, αν επιχειρήσει να με κάνει πεθερά από τα 45, η μαμά μου αγχώθηκε και μου είπε ξαφνιασμένη «Έχουμε τουλάχιστον χρόνο στη διάθεση μας; Δουλεύω κιόλας. Πότε θα ψωνίσουμε τον γαμπρό, πότε θα ετοιμάσουμε τραπέζια, πότε θα στολίσουμε;».

Ζούσα στο ροζ συννεφάκι μου, πετούσα από την χαρά μου και δεν σκέφτηκα στιγμή τα διαδικαστικά του αρραβώνα. Καινούριες έννοιες και λέξεις είχαν μπει στη ζωή μου όπως επίσης και υποχρεώσεις και προσπαθούσα να τις συνηθίσω και να τις διαχειριστώ. Πεθερός, πεθερά, κουνιάδα, νύφη. Η νύφη ήμουνα εγώ και μάλιστα τώρα έπρεπε να επιμεληθώ και το μενού του αρραβώνα, το μαγείρεμα δηλαδή αφού η μαμά δούλευε 6 μέρες την εβδομάδα πρωί απόγευμα. Όχι ότι θα με άφηνε ποτέ να κάνω κάτι τέτοιο αλλά εγώ προσφέρθηκα. 

Φέραμε την γιαγιά από το χωριό να βοηθήσει στο σπίτι και να παρευρεθεί στον αρραβώνα. Η μαμά τρελαμένη με τη δουλειά και τα ψώνια συγχρόνως κάθε μέρα κουβαλούσε τούλια, λουλούδια, δώρα για το γαμπρό, δώρα για τους συμπεθέρους, περίεργα υλικά και delicatessen  για το τραπέζι και εγώ κοιτούσα και φανταζόμουνα πως θα μπορούσα να τα διαχειριστώ, καθώς στα 19 μου η μόνη μου σχέση με την κουζίνα ήταν όταν γυρνούσα το κουμπί να ζεσταθεί το φαγητό.

Κυριακή θα ήτανε ο αρραβώνας και είχε κανονιστεί στις 19 00 θα έφτανε το καινούριο σόι για την γνωριμία και τον αρραβώνα. Το Σάββατο γυρνάει η μαμά από τη δουλειά διπλωμένη στα δυο από την μέση της και την πάμε γρήγορα στο φαρμακείο να της κάνει μια ένεση να σηκωθεί. Πως θα συναντούσε την συμπεθέρα της την επομένη, πως θα φορούσε τις 15ποντες γόβες που είχε πάρει. Κλάμα και οδυρμός από τον πόνο και την απελπισία της. «Μην φοβάσαι ρε μάνα, θα τα αναλάβω εγώ με την γιαγιά, τι σκας;» της είπα και δεν την πολύ καθησύχασα νομίζω, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς.

Έτσι την Κυριακή σηκώθηκα αξημέρωτα να κάνω την κούρα ομορφιάς που επιβάλλεται σε
κάθε νύφη και μετά κατέβηκα στην κουζίνα να βοηθήσω την γιαγιά. Η γιαγιά άριστη μαγείρισσα ξεκίνησε να φουρνίζει τις πίτες, το κοτόπουλο το γεμιστό  και συγχρόνως να τυλίγει λαχανοντολμάδες. Εμένα μου επέτρεψε να βράσω κάποιες σαλάτες και να στολίζω το σαλόνι κάτω από το άγρυπνο βλέμμα και τις υποδείξεις της μαμάς από τον καναπέ. Εκείνη έκανε κούρα ξεκούρασης της μέσης για να αντέξει το βραδινό γλέντι.  Όλα πήγαιναν ρολόι σύμφωνα με την μαμά μέχρι που έφτασε και η ώρα της προετοιμασίας του γλυκού. Η γιαγιά σήκωσε τα χέρια και είπε ότι δεν αναλαμβάνει το γλυκό γιατί δεν το είχε ξανακάνει και δεν ήθελε να πάρει την ευθύνη. Ποιος θα άκουγε την κόρη της μετά. Εγώ όμως είπα κατευθείαν οτι θα το κάνω εγώ. Τι πολυπλοκότητα να έχει ένα γλυκό με ελάχιστο σιρόπι και λίγη άχνη από πάνω. Πήρα τη συνταγή το μίξερ και ξεκίνησα να ετοιμάζω του φινάλε του γεύματος. Βούτυρο, ζάχαρη, αυγά, πορτοκάλι, αλεύρι, βανίλια, όλα στον κάδο για να αποδείξω ότι τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο. Ήρθε η σειρά της κανέλας. Που βάζει η χριστιανή την κανέλα, σε βαζάκια χωρίς ταμπελίτσες. Άνοιξα όλα τα ντουλάπια με την μητέρα μου να φωνάζει από το σαλόνι δίπλα στον κουρκουμά είναι, λες και είχα ξαναδεί τον κουρκουμά στην φυσική του μορφή. Τελοσπάντων άνοιξ
ε κλείσε τα ντουλάπια βρήκα κάτι που έμοιαζε με κανέλα και το έριξα κατευθείαν στον κάδο του μίξερ, συνέχισα το χτύπημα του γλυκού να αφρατέψει και το γύρισα στο ταψί. Με βοήθησε και η γιαγιά στο σιρόπι και το αποτέλεσμα ήταν πολλά υποσχόμενο, με την άχνη που έβαλα στο τέλος. Περήφανη για την δημιουργία μου πήγα να ετοιμαστώ για την μεγάλη βραδιά και σε λίγο το κουδούνι της εξώπορτας ακούστηκε. Χαρές, φιλιά, αγκαλιές και  γέλια σε όλη την διάρκεια του «μυστηρίου» και του γεύματος μέχρι που έφτασε η ώρα του γλυκού.

Σηκώθηκα με μεγάλη αυτοπεποίθηση να σερβίρω το γλυκό μου και έκοβα μεγάλα κομμάτια προσέχοντας να μην πέσει στο πιατάκι το παχύ στρώμα άχνης που είχα πασπαλίσει. Τους σέρβιρα όλους κάνοντας την αρχή από τον πεθερό, την πεθερά και συνέχισα με την γιαγιά και τους γονείς μου. «να μας ζήσεις χρυσοχέρα μου» είπε η πεθερά γιατί η μαμά είχε φροντίσει να πει σε όλους ποιος είχε κάνει το γλυκό και η έκφραση της άλλαξε με μιας με την πρώτη μπουκιά. Άλλαξαν οι εκφράσεις όλων και μόνο η μαμά που είχε δοκιμάσει και εκείνη είπε μέσα από τα δόντια της. «τι έβαλες από πάνω καμάρι μου, από ποιο βάζο πήρες την άχνη;» είχα καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά και σηκώθηκα να της δείξω το βάζο απορημένη για την γκάφα που είχα κάνει και τους είχα αφήσει όλους άλαλους.

Τελικά αντί για άχνη είχα βάλει νισεστέ και το κερασάκι στην τούρτα ήταν το σχόλιο της γιαγιάς όταν εξακριβώθηκε η ταυτότητα της άσπρης σκόνης που είχα πασπαλίσει το γλυκό εν αγνοία μου. «α για αυτό όταν έπεσε κάτω και πήγα να το μαζέψω έγινε σαν λάσπη».  Γέλασαν όλοι, γιατί κανείς δεν ήθελε να με κακοκαρδίσει αλλά ευτυχώς που υπήρχε και η διώροφη τούρτα στο ψυγείο.

 

Συγγραφέας:  Ελληνίδα Κατιρτζόγλου - Σπουδάστρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου