Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2021

"Αντίστροφη μέτρηση" της Στέλλας Κουκουριτάκη

 Aποστολή μηνύματος και φύγαμε”, όλο χαρά στέλνω την αναφορά μου στον πενταψήφιο και περιμένω να μου δώσει άδεια εξόδου. Τι υποχρέωση κι αυτή, στέλνεις μήνυμα και περιμένεις, στο ένα χέρι τα κλειδιά-στο άλλο το κινητό, το ένα πόδι έξω από το σπίτι-το άλλο μέσα, σαν να παίζεις Twister. Ξέρεις, το παιχνίδι που ανάλογα τί σου τύχει πρέπει να βάλεις το αριστερό πόδι στον μπλε κύκλο πάνω δεξιά και το δεξί χέρι στον κόκκινο κύκλο διαγώνια και μετά χρειάζεσαι καπετάνιο να σε ξεμπλέξει από τον ναυτικό κόμπο που έχεις δεθεί.

Απάντησε, ο χρόνος μετράει αντίστροφα για τη λήξη του δίωρου.

       “Έλα μάνα, τώρα έφυγα, πάω για ψώνια”, δίνω και τη δεύτερη αναφορά.

“Πρόσεχε, μη φιλιέσαι με κανέναν”, την αυτοματοποιημένη φράση της υπεροπροστατευτικής μάνας Μπέμπας την ακούω χρόνια τώρα, όχι φιλιά, μπορεί να αρρωστήσεις.

Δηλαδή, με ποιον μπορεί να φιληθώ στη μέση της Ηρακλείου; Εδώ και αμάσκοτη που ήμουν,  δεν με σταματούσαν να με φιλήσουν. Θα γίνει τώρα, που από τη μύτη και κάτω μάσκα, από το κούτελο και πάνω σκούφος – κρυουλιάρα γαρ- και στη μέση ζευγάρι γυαλιά, δεκατέσσερις βαθμοί μυωπία στο ένα μάτι και δέκα στο άλλο.

“Ναι μαμά, θα προσπαθήσω να μη φιληθώ με κανέναν“, υποσχέθηκα.

Ανήκω στα άτομα που απεχθάνονται τα ψώνια · να μπαινοβγαίνω σε μαγαζιά, να αγωνιώ αν θα βρω αυτό που θέλω, ουρές σε δοκιμαστήρια και ταμεία, να είσαι στο πόδι, όλα αυτά μου προκαλούν πονοκέφαλο και ενισχύουν τη μικρή δόση αγοραφοβίας που έχω. Η καραντινοκατάσταση μου ήρθε κουτί, αφού εξοικειώθηκα με τα διαδικτυακά ψώνια, κάτι που μέχρι πρότινος το απέφευγα για λόγους ασφάλειας και ιδιοτροπίας.

Τώρα, όμως, η ανάγκη με έριξε να βγω στους δρόμους, ένα παντελόνι παρήγγειλα και μου ήρθε τρία νούμερα μεγαλύτερο. Με βαριά καρδιά, λοιπόν, μπήκα στο ταξί Τρίτη απόγευμα (δεν είναι να περιμένεις λεωφορείο με το δίωρο να τρέχει) και ξεχύθηκα για τη μεγάλη έξοδο.

Τεχνικά έχω λιγότερο από δύο ώρες, σχολάω στις έξι, μέχρι να φρεσκαριστώ -δουλεύω από το σπίτι- να καλέσω ταξί και να φύγω, έχει περάσει τουλάχιστον μισάωρο και τα μαγαζιά κλείνουν στις οκτώ. Προσπαθώ να σκεφτώ θετικά, μπορείς να προλάβεις και θα προλάβεις!

Μόλις φτάνω στην αγορά, τί να δω! Σχεδόν έξω από κάθε κατάστημα ουρά, σαν να είναι ΑΤΜ  ημέρα πληρωμής συντάξεων. Αυτό σημαίνει ότι θα γίνω σαν αυτούς που κοροϊδεύω, θα περιμένω στην ουρά για ένα τζινάκι, ήδη νιώθω τα μηνίγγια μου να πάλλονται έντονα. Μα θα υπάρχει ένα μαγαζί που δεν θα έχει ουρά, τι στο καλό, όλοι σήμερα βρήκαν να βγουν που το πάει και για βροχή; Επιτέλους διακρίνω ένα μαγαζί με ρούχα που δεν έχει κόσμο έξω και πατάω το αρβυλάκι μου στο κατώφλι του, όταν...

“Μη, σας παρακαλώ, απαγορεύεται”, ακούω τρομαγμένη τη φωνή της πωλήτριας.

“Τι έκανα;” ρωτάω σαστισμένη.

“Απαγορεύεται να μπείτε. Σύμφωνα με τις τελευταίες οδηγίες της κυβέρνησης επιτρέπεται ενάμισης άνθρωπος σε 24,2 τ.μ. Θα πρέπει να περιμένετε να φύγει η κυρία”, μου δείχνει μια γυναίκα στο βάθος του καταστήματος που ανακάτευε ανέμελη τις κρεμάστρες και χάνεται πίσω από το ταμείο, αφήνοντας με την απορία πώς στο καλό είναι ένας ενάμισης άνθρωπος.

“Με συγχωρείτε”, ψελλίζω δειλά, “μόνο λίγο εδώ στην άκρη να μπω, να δω τα παντελονάκια που έχετε”.

“Μπορώ να σας τα δείχνω εγώ από μακριά”.

“Ωραία, και να μπω να δοκιμάσω όποιο θέλω, έτσι;”, αναθάρρησα λίγο.

“Σας είπα όχι, πρέπει να φύγει πρώτα η κυρία”, σε αμείλικτη έπεσα. “Πολύ απλά, δεν θα τα δοκιμάσετε. Θα πάρετε όποιο θέλετε έτσι, χωρίς δοκιμή. Αν πάλι επιμένετε, μπορώ να σας το φέρω να το δοκιμάσετε έξω, μόνο να πάτε λίγο άκρη, μη μας κρύβεται τη μόστρα του μαγαζιού”, εντελώς φυσικά μου έδωσε τις λύσεις. Μα ναι, γι' αυτό έφυγα από το σπίτι μου με την ψυχή στο στόμα, για να δοκιμάζω παντελόνια στο πεζοδρόμιο.

Την καληνυχτίζω και πάω να στηθώ στην ουρά ενός από τα μαγαζιά που ψωνίζω συνήθως. Μετά από 15 λεπτά καταφέρνω να μπω και τότε ακούγεται ειδοποίηση: “Το κατάστημα μας θα κλείσει σε 20 λεπτά”. Ήταν σαν να ακούστηκε πυροβολισμός, ο μαραθώνιος άρχισε. Αλλαλαγμένοι όλοι πέφτουν με τα μούτρα πάνω στους πάγκους με τα ρούχα να αρπάξουν ό,τι προλάβουν, βλέπω δυο γυναίκες να τραβάνε η κάθε μία από ένα μανίκι μπουφάν και να ωρύονται, ένα παιδάκι τρόμαξε και κρύφτηκε πίσω από μια κούκλα βιτρίνας, μια έφηβη έχει βγάλει το κεφάλι της από το δοκιμαστήριο και φωνάζει στη μάνα της να της φέρει μεγαλύτερο νούμερο και εγώ ίσα ίσα πρόλαβα και είδα με τους 24 συνολικά βαθμούς μυωπία δύο παντελονάκια που μου άρεσαν. Τρέχω στο κοντινό δοκιμαστήριο, δοκιμάζω, ελέγχομαι στον καθρέφτη. Κουμπώνει; Ναι. Το χρώμα του ταιριάζει με τα υπόλοιπα ρούχα μου; Ναι. Είναι μαλακό; Ναι. Με ψηλώνει; Όχι αλλά δεν θα ήταν πολύ ουάου αν το έκανε;

Με τα πολλά κάνω την αγορά μου και βγαίνω από το κατάστημα λίγα δευτερόλεπτα πριν κατεβάσει ρολά. Κοιτάω την ώρα, οκτώ ακριβώς. Ουφ, πρόλαβα αλλά τι άγχος!

Ηθικό δίδαγμα: Να εκτιμώ καλύτερα ό,τι έχω, όταν το έχω. Ας είχαμε πάλι τα ψώνια τα παλιά, τα παραδοσιακά, με την άνεση μας, που ήσουν όλη μέρα έξω, που περίμενες ουρά στο ταμείο αλλά τουλάχιστον μέσα στο μαγαζί και όχι στο κρύο, που πήγαινες μετά να τσιμπήσεις και κάτι.

Ας έρθουν πάλι αυτά τα ψώνια και το υπόσχομαι, δεν θα γκρινιάξω ποτέ ξανά ότι δεν μου αρέσουν!

 Συγγραφέας: Στέλλα Κουκουριτάκη - Σπουδάστρια Tabula Rasa


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...