Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2020

"Ο πατέρας" της Ορτανσίας Πέτρογλου


Ήταν πρωί και ο Κωνσταντίνος πήγαινε από βιβλιοπωλείο σε βιβλιοπωλείο για να βρει τις πρώτες εκδόσεις ενός βιβλίου για τον Θωθ, γνωστό και ως "Ερμής ο Τρισμέγιστος". Σε ένα από αυτά τα βιβλιοπωλεία συναντά την Ερμιόνη, μία νέα κοπέλα γύρω στα εικοσιπέντε, ξανθιά με λευκό δέρμα και ένα υπέροχο χαμόγελο. Ο Κωνσταντίνος αμέσως θαμπώθηκε από την ομορφιά της και την παρακολούθησε να δει τι βιβλίο έψαχνε για να καταλάβει τα γούστα της. Ο ίδιος, όμως, δεν βρήκε το βιβλίο που έψαχνε και αρκέστηκε μόνο στον "Χυμικό Γάμο του Rosencreutz". Φτάνοντας και οι δύο στο ταμείο, παρατήρησε τα βιβλία που αγόρασε η όμορφη κοπέλα.

«Βλέπω ότι πήρατε βιβλία αστρολογίας και θεολογίας. Συνδυάζονται αυτά τα δύο;» της είπε.

«Όλα συνδυάζονται αρκεί να μπορεί κανείς να βρει τις κοινές τους ρίζες» απάντησε με αυτοπεποίθηση η Ερμιόνη. «Από όσο βλέπω, πήρατε ένα σημαντικό βιβλίο» συνέχισε η Ερμιόνη, η οποία είχε παρατηρήσει από πριν τις ματιές που της έριχνε.

«Άλλο έψαχνα και άλλο πήρα. Θα συνεχίσω να ψάχνω στα βιβλιοπωλεία και στο διαδίκτυο μήπως βρω την πρώτη έκδοση του Ερμή του Τρισμέγιστου» της απήντησε απογοητευμένος.

 «Δεν θα την βρείτε πουθενά αυτή την έκδοση γιατί την έχω στην βιβλιοθήκη μου. Είμαι συλλέκτρια σπάνιων βιβλίων και μόλις τα εντοπίζω τα αγοράζω ξοδεύοντας μία περιουσία. Αν θέλετε μπορείτε να έρθετε στο σπίτι μου να το ξεφυλλίσετε».

«Αν δεν έχετε πρόβλημα, μπορώ να έρθω και τώρα».

Αφού πλήρωσαν, κινήθηκαν για το σπίτι της Ερμιόνης. Στο δρόμο μιλούσαν αδιαλείπτως για τα πάντα, από την προσωπική τους ζωή μέχρι και για την κοινωνία. Εκεί που μιλούσαν, η Ερμιόνη πιάνει τον εαυτό της να σκέφτεται «Λες να είμαι τόσο τυχερή που βρήκα έναν ωραίο άντρα στα σαρανταεπτά, ψηλό, μελαχρινό, γεροδεμένο, χήρο και που ταιριάζουν τα γούστα μας στα βιβλία και τις αντιλήψεις μας;  Μακάρι να με αγαπήσει η δεκαοκτάχρονη κόρη του».

Οι μέρες περνούσαν και ο Κωνσταντίνος με την Ερμιόνη έβγαιναν σχεδόν κάθε μέρα. Μετά από έξι μήνες σχέση αποφασίζει να πει στην κόρη του ότι υπάρχει μια γυναίκα στη ζωή του και ότι θα ήθελε να της την γνωρίσει. Η Ανδρονίκη χάρηκε πάρα πολύ με την ευτυχία του πατέρα της και αμέσως δέχτηκε να συναντηθούν όλοι μαζί.

Τελικά, το περιβόητο γεύμα πραγματοποιήθηκε και όλα κύλησαν τέλεια. Η Ανδρονίκη συμπάθησε την Ερμιόνη και το ζευγάρι ήταν πολύ ευτυχισμένο. Αυτό που δεν ήξεραν πατέρας και κόρη ήταν ότι στο μυαλό της Ερμιόνης σε εκείνο το γεύμα ήρθαν άλλα σχέδια.

Αφού γύρισε στο σπίτι της, κάθισε μπροστά στο τζάκι της για να βάλει τις σκέψεις της σε μια σειρά. Τότε συνειδητοποίησε τι ήταν αυτό που δεν άντεξε από την συνάντηση των τριών τους και ξεκίνησε να καταστρώνει το σχέδιο της. «Δεν γίνεται να υπάρχει τόση καλοσύνη σε ένα άτομο. Είναι κακή επιρροή για τον Κωνσταντίνο. Έχω άλλα σχέδια για εμάς τους δυο αλλά η μικρή με την αγνή της καρδιά θα μου τα χαλάσει. Καιρός είναι να φύγει όχι μόνο από το προσκήνιο αλλά και από προσώπου γης. Δυστυχώς, όμως, θα πρέπει να χρησιμοποιήσω όλη μου την γοητεία για να μαγέψω τον Κωνσταντίνο και να τον κάνω ολοκληρωτικά δικό μου» μουρμούρισε και έψαχνε τα βιβλία μαγείας που είχε κρυμμένα στη βιβλιοθήκη της και που ο Κωνσταντίνος δεν γνώριζε.

Σε κάποιες από τις επόμενες συναντήσεις τους η Ερμιόνη έκανε την στεναχωρημένη.

«Τι σου συμβαίνει, ψυχή μου;» την ρώτησε ο Κωνσταντίνος.

«Είμαι στεναχωρημένη γιατί η Ανδρονίκη δεν με θέλει».

«Μα τι λες; Είναι πάρα πολύ χαρούμενη για εμάς τους δυο» της είπε και την αγκάλιασε.

«Σε κοροϊδεύει, καρδιά μου. Έτσι λέει σε εσένα, αλλά εμένα με  παίρνει κάθε μέρα τηλέφωνο και με πιέζει να σε χωρίσω. Μάλιστα αυτό θέλω να σου ζητήσω σήμερα, Κωνσταντίνε. Δεν αντέχω άλλο τέτοια συμπεριφορά. Πρέπει να διακόψουμε» του είπε και η κάθε της λέξη ήταν επιλεγμένη και διατυπωμένη με τέτοιο τρόπο που θα τον επηρέαζε υποσυνείδητα.

«Δεν θα σε αφήσω να φύγεις από την ζωή μου. Σήμερα θα τελειώσουν όλα μια και καλή» της είπε αποφασιστικά καθώς δεν άντεχε να ζήσει ακόμα μία απώλεια συντρόφου. Είχε ήδη βιώσει την καρδιά του να ραγίζει με τις κουβέντες που έβγαιναν από το στόμα της Ερμιόνης. Ήξερε ότι ένας χωρισμός θα τον οδηγούσε κατευθείαν στον τάφο.

Έτσι, πήγε στο σπίτι του και περίμενε να γυρίσει η Ανδρονίκη από τη σχολή της. Όταν η νεαρή κοπέλα μπήκε σπίτι, αντίκρισε όλο το διαμέρισμα με κλειστά τα παράθυρα να φωτίζεται από τα κηροπήγια που είχε ανάψει ο πατέρας της. Την πλησίασε από πίσω της και της είπε «Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό στον πατέρα σου» και πριν προλάβει η Ανδρονίκη να αντιδράσει, σήκωσε το τσεκούρι και της έκοψε το κεφάλι. Αμέσως μπήκε σε μια κατάσταση παραφροσύνης και έκστασης. Μετά από το κεφάλι πήρε το άψυχο κορμί της και το έβαλε πάνω στην τραπεζαρία και σαν να ήταν έμπειρος χειρούργος την άνοιξε στα δύο με το μαχαίρι του κρέατος. Έβγαλε το συκώτι της και αφού το στράγγιξε στο ποτήρι του κρασιού, το έκοψε κομματάκια. Είχε σκοπό να το αφήσει για το τέλος προς βρώση. Μετά από το συκώτι πήρε την καρδιά. Ήταν τόσο το μένος του για την κόρη του από αυτά που άκουσε από την Ερμιόνη που ήθελε να καταβροχθίσει την καρδιά της για να μπορέσει η Ανδρονίκη, έστω και νεκρή, να καταλάβει την δική του καρδιά.

Έτσι και έγινε. Πήρε την καρδιά της Ανδρονίκης. Την κοίταξε καλά-καλά και άρχισε να την δαγκώνει. Ο εκστασιασμός του μεγάλωνε. Νόμιζε ότι νικούσε τον εχθρό. Αισθανόταν αήττητος. Για το δέρμα της είχε άλλα σχέδια. Για το δε κεφάλι της σκεφτόταν να το ταριχεύσει και να το τοποθετήσει σε τέτοια θέση στο σαλόνι ώστε να κοιτάει την ευτυχία του με την Ερμιόνη. Αυτά σκεφτόταν και μόλις έφαγε την καρδιά της με βουλιμία βυθίστηκε σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα για τρεις μέρες.

Αυτό που τον ξύπνησε ήταν η έντονη αποπνικτική μυρωδιά αποσύνθεσης και το σμήνος από μύγες που είχε μαζευτεί πάνω από το άψυχο κορμί. Σηκώθηκε από την καρέκλα και αντίκρισε ένα σώμα. Από τα ρούχα κατάλαβε ότι πρόκειται για την κόρη του.

«Ανδρονίκη, ποιος σου έκανε αυτό το κακό; Που ήμουν εγώ και δεν σε προστάτεψα;» της είπε και με κλαμένα μάτια την πήρε αγκαλιά.

Σκόπευε να πάρει τηλέφωνο την αστυνομία για να καταγγείλει το συμβάν για να πιαστεί ο δολοφόνος της. Πήγε πρώτα, όμως, στο μπάνιο για να ξεπλύνει το πρόσωπο του από τα κλάματα. Εκεί είδε την τραγική αλήθεια. Όλο του πρόσωπο μέσα στα αίματα. Τότε θυμήθηκε τα πάντα. Ήταν τόσος μεγάλος ο πόνος του για το κακό που έκανε στην κόρη του που δεν ήθελε να αναπνέει άλλο. Έψαχνε να βρει να αυτοκτονήσει με τον πιο φρικτό τρόπο. Έτσι, πήρε μια ένεση και τράβηξε αίμα από τις αρτηρίες της. Αμέσως, το χορήγησε στην φλέβα του. Τα αποτελέσματα ήταν άμεσα.

Τα πτώματα τους δεν βρέθηκαν ποτέ. Κανείς ποτέ δεν ξαναμπήκε σε αυτό το διαμέρισμα από εκείνη την ημέρα. Όλοι οι γείτονες πιστεύουν ότι μετακόμισαν σε άλλη χώρα.

Συγγραφέας: Ορτανσία Πέτρογλου - Σπουδάστρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...