Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τρίτη, 12 Απριλίου 2016

"Το βλέμμα του Ηνίοχου" της Φαίδρας Τσιάκα



Τα βήματά μου με έφεραν ακόμη μια φορά μπροστά στην τεράστια πόρτα του Μουσείου. Ήταν η συνηθισμένη διαδρομή μου κάθε Σάββατο. Ήμουν σίγουρη πως εκείνος ο όμορφος χάλκινος νεαρός με περίμενε με αγωνία.
Γεννήθηκα σε τούτον εδώ τον ευλογημένο Δελφικό τόπο και από τις πρώτες εικόνες της ζωής μου ήταν τα μάτια του.
Φάνταζαν τόσο αληθινά και τόσο καθηλωτικά ζωντανά που ένιωθα ότι διαστρεβλώνουν την πραγματικότητά μου.

Πολλές φορές ξεχνούσα ότι πρόκειται για ένα τέλεια σχεδιασμένο άγαλμα. Είχε στοιχειώσει τα όνειρά μου και με πείσμωνε όλο και περισσότερο το γεγονός ότι αρνιόταν να μου μιλήσει και να μου φανερώσει το μυστικό του.
Εγώ ήξερα πως μέσα στη νύχτα ξυπνούσε, κατέβαινε από το βάθρο του και έκανε επίσκεψη σε όλες τις αίθουσες μιλώντας μέχρι το χάραμα για την νίκη του.
Ήταν εξάλλου ο «εκλεκτός» του Μουσείου!
Είχε πλήρη γνώση της εικόνας του η οποία ταξίδευε μέσω των ταξιδιωτικών οδηγών σε όλες τις χώρες της Γης. Εγωκεντρικός και με ένα χαμόγελο που έκρυβε τρελή αυτοπεποίθηση, σιγουριά και ηρεμία σε βαθμό εκνευριστικό.
Πώς να μην είναι άλλωστε? Θεωρείται ένα από τα κορυφαία αριστουργήματα της Αρχαίας Ελληνικής και Παγκόσμιας Τέχνης!
Φαντάζομαι πόσο θα γελούσε από μέσα του ειρωνικά όταν ο κάθε ξεναγός στεκόταν με ένα τσούρμο τουρίστες μπροστά του και μιλούσε για εκείνον.
Καθόμουν αρκετές φορές λίγο πιο μακριά περιμένοντας την αντίδρασή του και όσο κι αν φαίνεται τρελό ένιωθα να μου κλείνει συνωμοτικά το μάτι.
Μια ανοιξιάτικη Τετάρτη, πριν την δύση του ηλίου πήγα να τον συναντήσω. Σκέφτηκα ότι είναι καλή ευκαιρία να δοκιμάσω μέρα που οι επισκέπτες ήταν λιγοστοί. Ο φύλακας με χαιρέτησε ευγενικά.
Προσπέρασα τον Ομφαλό και έτρεξα κοντά του. Κάθισα σταυροπόδι στο δάπεδο δίπλα του. Σήκωσα το βλέμμα μου και του είπα:
«Και τώρα οι δύο μας. Δεν θα φύγω από εδώ αν δεν μου πεις την ιστορία σου. Ξέρω ότι με ακούς και έχω νευριάσει με την αδιαφορία σου. Ας με κλειδώσουν μέσα. Το πολύ-πολύ να κοιμηθούμε παρέα».
Η θεά Αθηνά από την άλλη αίθουσα μας παρατηρούσε με περιέργεια. Το ίδιο και ο Ερμής λίγο πιο κάτω. Σίγουρα θα σκέφτονταν πόσο πεισματάρα είμαι αλλά δεν με ένοιαζε.
Γύρω μου επικρατούσε απόλυτη σιωπή. Κάποια στιγμή το φως του ήλιου τρύπωσε από μια μικρή χαραμάδα και φώτισε τα μάτια του Ηνίοχου.
Σηκώθηκα και τον κοίταξα.
Οι κόκκοι της σκόνης που πλημμύριζαν την δεσμίδα φωτός άρχισαν να σχηματίζουν μια σπείρα γύρω του σαν να ήθελαν να τον εξαφανίσουν.
Η σπείρα αυτή άπλωσε και άνοιξε, παρασύροντας και εμένα μαζί. Οι τοίχοι του Μουσείου και ότι υπήρχε σε ακτίνα πολλών μέτρων διαλύθηκαν.
Στον «άχωρο» χώρο βρεθήκαμε εγώ και εκείνος. Η αιώνια ακινησία του υποχώρησε, το μοναδικό του χέρι κατέβασε τα ηνία προς το μέρος μου και ο χιτώνας του άρχισε να κινείται ελαφρά. Τεντώθηκε και γονάτισε δίπλα μου.
Ήταν 1,80μ. ψηλός και εγώ κάπου στη μέση του, όμως τώρα είμασταν face to face.
«Μικρή μου δεν θέλω να βασανίζεσαι άλλο. Δεν πρόκειται να σου πω την ιστορία μου γιατί μετά δεν θα έχω λόγο ύπαρξης. Θα είναι πολύ βαρετό να στέκομαι εδώ και να ακούω τις ίδιες λεπτομέρειες σε διαφορετική γλώσσα για το πώς με βρήκαν, ποιος με έφτιαξε, ποιος στεκόταν στο άρμα δίπλα μου κλπ.
Απολαμβάνω την αθανασία μου και περιμένω την κάθε μέρα σαν να είναι η πρώτη μου εδώ. Περνούν καθημερινά από μπροστά μου χιλιάδες διαφορετικοί άνθρωποι, ψάχνοντας την προέλευσή μου.
Η παρουσία τους μου δίνει το κουράγιο να αντέχω και να εξισορροπώ την μοναξιά μου. Χαίρομαι που με θεωρούν μοναδικό, ξεχωριστό και σπάνιο δημιούργημα.
Αν φανερώσω το μυστικό μου θα χαθεί και το ενδιαφέρον τους. Μπορεί να καταλήξω σε κάποια σκοτεινή μικρή αίθουσα ή στα αζήτητα σε κάποια αποθήκη, αντί για το βάθρο που στέκομαι τώρα.
Η μεγαλύτερη νίκη μου δεν είναι που κέρδισα την αρματοδρομία, αλλά το ότι ακόμη και μετά από τόσους αιώνες συζητούν για μένα και έρχονται από κάθε γωνιά της Γης να με συναντήσουν.
Αγαπώ την δόξα μου, την φήμη μου και ευχαριστώ τον τόσο ιδιαίτερο γλύπτη που μου χάρισε αυτή τη μορφή.
Νιώθω ευλογημένος από τους Ολύμπιους Θεούς. Άντλησα μεγάλη δόση φωτός από τον Ζωοδότη Απόλλωνα στο ναό του μέχρι να με παρασύρουν οι Φαιδριάδες Πέτρες.
Έζησα μεγαλεία και θαυμασμό. Αυτό μου έδωσε την δύναμη να αντέξω το σκοτάδι μέχρι την ανασκαφή μου, που με έβγαλε και πάλι στην επιφάνεια.
Μην μου ζητάς περισσότερα από αυτά που ήδη γνωρίζεις. Θα νιώσω γυμνός και εκτεθειμένος απέναντι στην Ιστορία.
Όσο πιο λίγα γνωρίζουν όλοι τόσο θα γιγαντώνει και θα διατηρείται ο μύθος μου. Σκέψου το και θα δεις ότι έχω δίκιο».
Μου χαμογέλασε και σηκώθηκε αργά.
Το νεφέλωμα της σκόνης άρχισε να στροβιλίζεται ξανά γύρω μας και ο καθένας βρέθηκε ως δια μαγείας και πάλι στην αρχική του θέση.
Το κεφάλι μου βούιζε και έκανα προσπάθεια να επανέλθω. Ένιωσα σαν να αιωρούμαι στο κενό. Ένα δάκρυ κύλησε στην άκρη των ματιών μου.
Ήθελα να τον αγκαλιάσω και να του πω ότι θα έρχομαι πάντα να τον βλέπω και ότι θα μου λείπει όπου κι αν βρίσκομαι.
Τον κοίταξα κατάματα και του υποσχέθηκα να μην μιλήσω ποτέ σε κανέναν για την συνάντηση μας. Το κοινό μυστικό μας, θα έμενε καλά φυλαγμένο για πάντα.
Γύρισα την πλάτη μου ξέροντας πως το Απολλώνιο φως των ματιών του με ακολουθούσε μέχρι την έξοδο.
Αντίο αγαπημένε μου Ηνίοχε!
Σε ευχαριστώ που με έκανες κοινωνό της αιωνιότητάς σου!

Συγγραφέας: Φαίδρα Τσιάκα - Φοιτήτρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...