Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

"Η κόρη του βασιλιά" της Αγαθονίκης Τσιάκαλου



Η ομίχλη είχε αρχίσει να πυκνώνει και η Άριελ δεν έβλεπε μπροστά της, ήξερε πως πλέον είχε γίνει σύμμαχος της, έπρεπε να ξεφύγει και η ομίχλη την βοηθούσε ώστε να  μπορεί να κρύβεται. Τα βήματα της ήταν αργά και ασταθή αλλά δεν φοβόταν, ήξερε το μέρος όπου μεγάλωσε σαν την παλάμη του χεριού της. Γνώριζε που βρισκόταν κάθε στενό και δρομάκι ακόμα και την πιο μικρή πέτρα. Ο πατέρας της ο βασιλιάς Εδουάρδος, την μεγάλωσε με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει την ζωή .

Όταν κάποιος την αντίκρυζε έβλεπε μια σωστή νεράιδα με τα λευκά μακριά λιτά φορέματα της, ψηλή με μακριά καστανά μαλλιά και μεγάλα πράσινα μάτια, αν κοιτούσες λίγο καλύτερα, από την ψυχή της έβγαινε ένα αγρίμι, είχε πάθος, τόλμη, αγάπη για την ζωή. Ρουφούσε οποιαδήποτε γνώση σαν σφουγγάρι, δεν συμβιβαζόταν εύκολα και πολλές φορές ήταν αντίθετη με τις αποφάσεις του πατέρα της. Εκείνος την λάτρευε γι’ αυτό. Έτσι ήθελε να την μεγαλώσει.

Λίγες ώρες νωρίτερα η  Άριελ έκανε την καθιερωμένης της βόλτα στο βουνό. Της άρεσε να χαζεύει την ανατολή του ήλιου, λάτρευε το πως άγγιζαν οι ακτίνες του τα χορτάρια και από υγράσιασμένα που ήταν έβλεπες την τελευταία σταγόνα να εξαφανίζεται, να φουντώνουν και να παίρνουν ζωή από την αρχή, έτσι ένιωθε και εκείνη ζωντανή όσο ποτέ άλλοτε. Εκεί ξανά γεννιόταν.

Φωνές γυναικών χάλασαν την ηρεμία της και έτρεξε να δει τι γινόταν. Τώρα η Άριελ βρισκόταν σε αδιέξοδο. Έπρεπε να προστατέψει τον πατέρα της αλλά και την περιοχή της που δεχόταν επίθεση από τους αγριάνθρωπους των περιχώρων με μόνο σύμμαχο της το τόξο και τα βέλη της. Οι αγριάνθρωποι είχαν εισβάλει στο χωριό και λεηλατούσαν κάθε σπίτι. Βέλη άρχισαν να πέφτουν βροχή από τα χέρια της και να σκοτώνουν έναν-έναν αγριάνθρωπο. Γυναίκες έτρεχαν να σώσουν τα παιδιά τους, άλλες να σώσουν την όποια περιουσία είχαν ακόμα και αν αυτό ήταν μια κουβέρτα ή ένα κομμάτι ψωμί και έτρεχαν να κρυφτούν στις σπηλιές. Οι άντρες του χωριού, είχαν ήδη αρπάξει τα σπαθιά τους και πολεμούσαν με σθένος, άλλοι που δεν είχαν πιάσει ποτέ τους σπαθί προσπαθούσαν να πολεμήσουν με ότι είχαν, τα χέρια τους όμως είχαν ρίξει αρκετούς στο χώμα. Η Άριελ προσπαθώντας να ξεφύγει από ένα σπαθί άρπαξε ένα δόρυ και με μια περιστροφή κάρφωσε τον άντρα που βρισκόταν απέναντι της.

«Πριγκίπισσα Άριελ» φώναξε από μακριά ένα υπήκοος. Εκείνη πήγε γρήγορα κοντά του.
«Τρέξτε γρήγορα ο βασιλιάς Εδουάρδος βρίσκεται σε κίνδυνο. Οι αγριάνθρωποι πάνε για το κάστρο». 
Η Άριελ πανικοβλήθηκε και άρπαξε τα γκέμια ενός μαύρου αλόγου. Έπρεπε να πάει κοντά στον πατέρα της. Άρχισε να καλπάζει και η ομίχλη που είχε απλωθεί σε όλο το χωριό την εμπόδιζε να δει το βέλος που καρφώθηκε στο πόδι του αλόγου με αποτέλεσμα να πέσει κάτω. Με αργά βήματα σηκώθηκε και προχωρούσε προς το κάστρο, πότε κρυβόταν κάτω από μια μεγάλη κοτρόνα πότε κάτω από στάχια. Η ομίχλη είχε πυκνώσει και η Άριελ βρισκόταν στην πέτρινη γέφυρα η οποία είχε ένα μυστικό πέρασμα που οδηγούσε στις κατακόμβες του κάστρου. Δεν είχε χρησιμοποιήσει ποτέ την γέφυρα για να μπει στο κάστρο, μια φορά όταν ήταν μικρή την είχε πάει ο πατέρας της να περάσει την γέφυρα και να μπει στην σκοτεινή σπηλιά όπου έπρεπε να βρει τον δρόμο μόνη της προς το κάστρο. Ήταν ένα από τα δικά του μαθήματα προς την κόρη του. Η Άριελ δεν μπήκε ποτέ στην σπηλιά. Λάτρευε την γέφυρα για την πανέμορφη θέα που σου έκοβε την ανάσα με τις ατελείωτες πεδιάδες, τα ρυάκια και τους μεγαλοπρεπής καταρράκτες παράλληλα την μισούσε γιατί την οδηγούσε προς τον φόβο της.  Δεν φοβόταν στο ελάχιστο ένα μάτσο αγριάνθρωπους αλλά το σκοτάδι το έτρεμε και τώρα βρισκόταν αντιμέτωπη με την μοναδική της φοβία. Ήταν ο μόνος δρόμος για το κάστρο, ο μόνος που δεν γνώριζε κανείς και έπρεπε να τον διαβεί.  Στεκόταν αναποφάσιστη στην μέση της γέφυρας, η καρδιά χτυπούσε δυνατά, κρύος ιδρώτας έτρεχε από το πρόσωπο της ως τις παλάμες των χεριών της.

Έβλεπε από την γέφυρα το χωριό στις φλόγες, κόσμος να τρέχει πανικόβλητος. Με την άκρη του ματιού της είδε προς το κάστρο να βγαίνει καπνός. Η καρδιά της σφίχτηκε, ανησυχούσε πολύ για τον πατέρα της. Μπορούσε να τον σώσει και το ήξερε αλλά δεν ήξερε πως μπορούσε να σώσει και τον εαυτό της από το σκοτάδι. Ένας αγριάνθρωπος της όρμισε από πίσω, δεν πρόλαβε να αντιδράσει και έπεσε στο χώμα, το πρόσωπο της γρατζουνίστηκε από μια κοφτερή πέτρα καθώς έπεφτε. Νευρίασε και τον κλότσησε δυνατά στο πόδι του, εκείνος λύγισε τα γόνατα του τόσο ώστε να προλάβει η Άριελ να σηκωθεί και να αρπάξει ένα βέλος από την θήκη που είχε στην πλάτη της. Πήρε το τόξο της και έριξε κατευθείαν στο μάτι του. Σε δευτερόλεπτα ο αγριάνθρωπος βρισκόταν πεσμένος στο χώμα. Πήρε μία βαθιά ανάσα κοίταξε μία το χωριό και μία το σκοτάδι, άκουσε φωνές να έρχονται από το κάστρο. «Πρέπει να τελειώσει εδώ αυτό, δεν με μεγάλωσες να φοβάμαι!» είπε φωναχτά και έκανε τα πρώτα της βήματα προς το σκοτάδι χωρίς φόβο...     

 Συγγραφέας: Αγαθονίκη Τσιάκαλου - Φοιτήτρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...