Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2021

“Μια φθινοπωρινή μπόρα” του Δέδε Τσούκα

     Ο θόρυβος από τον αέρα ήταν δυνατός, τα παράθυρα της καλύβας, που είχε βρει καταφύγιο έτριζαν, λες και πάλευαν να μείνουν στη θέση τους, καθώς αυτός προσπαθούσε να τα πάρει μαζί του. Η βροχή τα μαστίγωνε και ο ήχος της ακουγόταν δυνατός, λες και ήθελε να τα σπάσει. Η νύχτα άπλωνε το σκοτάδι της παντού. Ακόμα και τα ζώα δεν τολμούσαν να βγουν από τις φωλιές τους, φοβισμένα και αυτά από την ξαφνική φθινοπωρινή μπόρα.

    Δεν έπρεπε να επιλέξει την διαδρομή του δάσους, αν και ήξερε κάθε μονοπάτι του, κάθε πεσμένο κορμό, κάθε υδατοφάγωμα, κάθε σπιθαμή του. Έπρεπε να δανειστεί ένα ποδήλατο για να πάει στην πόλη. Το δελτίο καιρού έλεγε, ότι υπήρχε πιθανότητα μπόρας στην περιοχή του, αλλά η επιθυμία του να πάει γρήγορα στο λιμάνι ήταν πιο δυνατή από τον φόβο του, για την φθινοπωρινή μπόρα. Κάθε φορά που βιαζόταν, ακολουθούσε το μονοπάτι μέσα από το δάσος και όχι τον δρόμο που συνέδεε το χωριό του με την πόλη. Τι δασοφύλακας θα ήταν, αν φοβόταν το δάσος. Από την άλλη δεν πίστευε, ότι θα γινόταν τέτοιος χαλασμός.

    Ευτυχώς υπήρχε η παλιά καλύβα που οι κυνηγοί την συντηρούσαν, για να έχουν ένα καταφύγιο, αν χαλούσε ο καιρός. Αυτός περνούσε συχνά από την καλύβα και έλεγχε αν ήταν σε καλή κατάσταση, δεν ξεχνούσε ποτέ να ελέγξει αν υπήρχε αρκετό νερό, αν οι λάμπες είχαν πετρέλαιο και αν υπήρχαν αρκετά ξύλα για την ξυλόσομπα. Η καλύβα μπορούσε να φιλοξενήσει τέσσερα άτομα και στο παρελθόν είχε φανεί χρήσιμη σε κυνηγούς και οδοιπόρους, που τους έπιασε η νύχτα στο δάσος. Να, που ήρθε και η σειρά του.

Το πλοίο που έφτανε σήμερα στην πόλη, έφερνε μαζί  το καινούργιο του όπλο. Του το έστελνε η κεντρική διοίκηση και βιαζόταν να το πάρει στα χέρια του. Ένα καινούριο σύγχρονο όπλο, όχι σαν αυτό το παλιό τρίκανο, που ήταν λες και είχε βγει από μουσείο. Αλλάξαμε δεκαετία, είχαμε μπει στο χίλια εννιακόσια πενήντα. Αυτό που κουβαλούσε ήταν κατασκευασμένο πριν από τον μεγάλο πόλεμο. Ήταν βαρύ και του έκοβε τον ώμο καθώς περπατούσε στο δάσος. Οι λαθροθήρες σίγουρα τον κορόιδευαν, που τον έβλεπαν με αυτή την αντίκα. Να όμως, που ο καιρός είχε άλλα σχέδια, δεν θα έφτανε στο λιμάνι έγκαιρα και ήταν υποχρεωμένος να το παραλάβει την επόμενη μέρα από το γραφείο του πράκτορα, κρίμα.¨ Όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια ο Θεός γελάει¨ σκέφθηκε. 

Άναψε μια λάμπα πετρελαίου για να βλέπει και έριξε μερικά ξύλα στη σόμπα, έβαλε κοντά της το βρεγμένο πανωφόρι του για να στεγνώσει. Καθόταν στη ζέστη της καλύβας και αφουγκραζόταν τους ήχους. Η βροχή δυνάμωνε, σε λίγο άρχισε να ακούει τον θόρυβο από τα ρυάκια, που σχηματίζονταν. Τα ζώα ούρλιαζαν φοβισμένα από τους κρότους των κεραυνών, που έσκιζαν τον ουρανό κάνοντας την νύχτα μέρα. Κάθε φορά που έβλεπε, από το παράθυρο μια αστραπή γελούσε. Σκεφτόταν τον Μαξ, τον ασχημομούρη φωτογράφο, να βγάζει φωτογραφίες. Δεν  πέρασαν τρεις ώρες, όταν η μπόρα σταμάτησε, τόσο ξαφνικά όπως είχε αρχίσει. Τα πάντα ησύχασαν. Μόνο ο θόρυβος από τα ρυάκια που έτρεχαν προς την λίμνη ακούγονταν. Η ώρα πλησίαζε έντεκα. Ήταν αργά, για να ξεκινήσει πάλι προς το λιμάνι, υπήρχαν παντού λάσπες, το νερό που έτρεχε είχε δημιουργήσει σίγουρα νέες παγίδες. Είχε αποφασίσει ότι θα πέρναγε την νύχτα του εκεί. Αύριο, με το πρώτο φως, θα ξεκινούσε για την πόλη. 

Το πρώτο φως άρχισε να ροδίζει, ο Πέτερ ήταν έτοιμος να ξεκινήσει για την πόλη. Είχε κοιμηθεί σε έναν από τους φαρδύς ξύλινους πάγκους που υπήρχαν. Το πανωφόρι του και οι μπότες του είχαν στεγνώσει κοντά στην σόμπα. Έσβησε προσεκτικά την σόμπα και την λάμπα πετρελαίου, που τον συντρόφευαν όλο το βράδυ. Φόρεσε το πανωφόρι και πήρε το όπλο του, ήταν ώρα να ξεκινήσει για την πόλη.

Άνοιξε την πόρτα της καλύβας. Ένα κύμα υγρασίας τον τύλιξε. Σήκωσε τους γιακάδες και έσφιξε τη ζώνη στο πανωφόρι του. Κατέβασε όσο μπορούσε το καπέλο με τα χαρακτηριστικά δύο φτερά που φορούσαν όλοι οι δασοφύλακες και δήλωναν την εξουσία τους. Η μυρωδιά του βρεγμένου ξύλου γέμισε τα ρουθούνια του, οι σταγόνες της βροχής που είχαν μείνει πάνω στα φύλα, κρέμονταν σαν τις χρυσές μπάλες στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Το μονοπάτι ήταν βρεγμένο αλλά το νερό είχε υποχωρήσει, έτσι δεν θα έμπαινε μέσα στις ταλαιπωρημένες από τον χρόνο μπότες του.

Στο πλάι του μονοπατιού είδε τα σημάδια που είχαν αφήσει τα αγριογούρουνα ψάχνοντας να βρουν βολβούς , τώρα που το χώμα ήταν μαλακό. Πίσω από τους θάμνους δύο μικρές αλεπούδες κοίταζαν προς  την καλύβα μήπως μπορέσουν να βρουν φαγητό , αφού είχαν καταλάβει την παρουσία κάποιου ανθρώπου σε αυτήν .

Ο Πέτερ κοίταζε αυτήν την εικόνα, που είχε ανοιχτεί μπροστά του. Δεν πίστευε στην μαγεία, που μπορούσε να χαρίσει η φύση μέσα σε λίγη ώρα. Έκλεισε προσεκτικά την πόρτα, κρέμασε το όπλο στον ώμο του και ξεκίνησε για την πόλη. Η φύση για ακόμα μια φορά, είχε καταφέρει να τον μαγέψει.

Συγγραφέας: Δέδες Τσούκας - Σπουδαστής Tabula Rasa 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...