Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

"Έγκλειστη" της Ευαγγελίας Βενάρδου



¨Πως βρέθηκα εδώ; Τι μου συμβαίνει;¨ Ξυπνάει ζαλισμένη και κοιτάζει γύρω της. Το μόνο που υπάρχει  στο δωμάτιο είναι ένα κρεβάτι με άσπρα σεντόνια. Οι τοίχοι άσπροι κι αυτοί και ένα παράθυρο με κάγκελα. Προσπαθεί να θυμηθεί. Μα πριν λίγο ήταν σε ένα καφέ με τον άντρα της και απολάμβανε την ανοιξιάτικη λιακάδα. Μα ναι, ήταν μαζί με τον Γιώργο. Και μετά; Σιγά-σιγά της έρχονταν οι εικόνες. Της είπε ότι ήθελε να περάσει από ένα πελάτη, ιδιοκτήτη ξενοδοχείου, για να πάρει τα χρήματα που του χρωστούσε. Τον ακολούθησε ευχαρίστως.


Μπαίνοντας στο ξενοδοχείο μια πόρτα σιδερένια έκλεισε πίσω της. ¨Περίεργο για ξενοδοχείο¨, σκέφτηκε. Προχώρησε προς το βάθος, όπου ήταν ένα γραφείο. ¨Περίμενε εδώ¨, της είπε και χάθηκε στο διάδρομο. Κάθισε σε μία καρέκλα. Η πόρτα έκλεισε πίσω της. Δυο τρείς άνθρωποι με άσπρες ρόμπες μπήκαν από μία άλλη πόρτα στο πλάι. Της χαμογέλασαν. Αφού της έκαναν κάποιες ερωτήσεις της έδωσαν ένα ποτήρι νερό να πιεί. ¨Δεν έχει καλή γεύση ¨,σκέφτηκε, αλλά διψούσε και το ήπιε όλο. ¨Ξέρεις¨ ο ένας της απηύθυνε το λόγο ¨τα νεύρα σου δεν είναι σε καλή κατάσταση, γι’ αυτό πρέπει να μείνεις λίγο εδώ να πάρεις φαρμακευτική αγωγή για να συνέλθεις. Ο άντρας σου σ’ έφερε εδώ για το καλό σου¨. ¨Ποιος θα κρίνει πιο είναι καλό για μένα¨, φώναξε πριν κοιμηθεί από την επήρεια του φαρμάκου που της είχαν ρίξει στο νερό. Έτσι βρέθηκε εκεί. 

¨Μάλιστα, μου λύθηκε η απορία. Και τώρα τι; ¨Πήγε προς την πόρτα και άρχισε να την χτυπάει με μανία. ¨Βγάλτε με από δω, θα σας καταγγείλω. Αυτό είναι παράνομο, δεν μπορείτε να με κρατάτε χωρίς τη θέληση μου¨, φώναξε. Καμία απάντηση. Η πίεση άρχισε να της ανεβαίνει, το κεφάλι της βούιζε, τα χέρια της ίδρωσαν, η καρδιά της χτυπούσε σαν ταμπούρλο. ¨Δεν είναι δυνατόν να μου συμβαίνει αυτό, ονειρεύομαι, ζω ένα εφιάλτη, ας με ξυπνήσει κάποιος!, σκέφτηκε. Έψαξε για την τσάντα της για να βρει το κινητό της να τηλεφωνήσει σε κάποιον. Κοίταξε γύρω. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο παρά μόνο το άσπρο κρεβάτι. Άρχισε να βηματίζει νευρικά στο δωμάτιο. Πάνω κάτω, άγνωστο για πόση ώρα. Κουράστηκε, έκατσε. Ξαναόρμησε προς την πόρτα και άρχισε να την χτυπάει. Κανείς δεν αποκρίθηκε. Πήγε προς το παράθυρο. Ένας κήπος απλωνόταν και κάποιοι κάθονταν σε παγκάκια. Βάλθηκε να χτυπάει με δύναμη τα τζάμια. Προσπάθησε να το ανοίξει. Άδικος κόπος, ήταν καλά κλειδωμένο. ¨Ε, εσείς από κάτω δεν με ακούτε; Ανοίξτε μου κάποιος. ¨Τίποτε. Κανείς δεν την άκουγε, κανείς δεν έδινε σημασία. ¨Αλλοίμονό του αν τον πιάσω στα χέρια μου όταν βγω απ’ αυτή την παγίδα¨, σκέφτηκε φωναχτά. ¨Και σεις οι έξυπνοι που θα μου υποδείξετε ποιο είναι το καλό για μένα και ποιο είναι σωστό για την κοινωνία, θα σας δείξω. Θα σας καταγγείλω στον εισαγγελέα. Θα σας το κλείσω το αχούρι".

Κουράστηκε να φωνάζει. Άρχισε να κλαίει γοερά. Παραιτήθηκε. Ξάπλωσε. Την πήρε πάλι ο ύπνος. Ήταν σκοτάδι πιά, ένα παραθυράκι άνοιξε και ένας δίσκος με φαγητό ξεπρόβαλε. Όρμησε και τον πέταξε κάτω. ¨Δεν το θέλω το φαγητό σας, να φύγω από δω θέλω. Ποιοι είστε εσείς που μου στερείτε την ελευθερία μου;¨Καμιά απόκριση, σιγή. Ξανάκατσε απελπισμένη. ¨Δεν ωφελεί να φωνάζω¨, κατέληξε. ¨Ας φάω κάτι¨ και μάζεψε το χυμένο δίσκο. Ευτυχώς το πιάτο της ήταν ανέπαφο. ¨Γλυκό δεν έχει;¨ ξαναφώναξε, ¨ένα τσιγάρο έστω, έχω χαρμανιάσει τόσες ώρες. Το παραθυράκι άνοιξε και ένα τσιγάρο με ένα μισοτελειωμένο αναπτήρα φάνηκε. Αφού τράβηξε μια τζούρα με μανία ηρέμησε. Δεν βαριέσαι, κάποια στιγμή θ’ ανοίξουν, τι θα κάνουν;¨ και ξάπλωσε σβήνοντας το τσιγάρο στο πάτωμα.

Συγγραφέας: Ευαγγελία Βενάρδου - Φοιτήτρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...