Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

"Το κλειδί" της Μάιρης Κάντα



Μετά από μία κουραστική μέρα στη δουλειά, η Ναταλία έφτασε στο σπίτι της. Με γρήγορες κινήσεις έβγαλε τη αστυνομική της στολή και φόρεσε ένα ροζ κοντό φόρεμα. Θα πήγαινε μία βόλτα μέχρι το κοντινό πάρκο. Συνήθιζε να περπατάει μέχρι εκεί, μετά το τέλος της δουλειάς της γιατί την χαλάρωνε από την πίεση. Δεν ήταν και εύκολο πράγμα, να ασχολείται καθημερινά με παλιές ανεξιχνίαστες ανθρωποκτονίες στο αστυνομικό τμήμα. Αυτή την φορά όμως είχε και ένα ακόμα λόγο να θέλει να πάει στο πάρκο. Είχε ραντεβού με τον Αντώνη. Έναν πολύ όμορφο άντρα που είχε γνωρίσει πριν μερικές μέρες. Όταν της μίλησε για πρώτη φορά, ήταν αμήχανος και διστακτικός. Το κατάλαβε από τις κινήσεις του. Είχε ένα κλειδί στο χέρι του που το κοιτούσε και το χάιδευε συνεχώς.

Ο Αντώνης είχε πάει νωρίτερα στο πάρκο από το προγραμματισμένο τους ραντεβού. Η Ναταλία του άρεσε από την πρώτη στιγμή που την είδε. Ήταν πολύ όμορφη, αν και εντελώς άβαφη. Την παρακολουθούσε μέρες πριν της μιλήσει. Όταν πια της μίλησε, ήταν σίγουρος πως θα γινόταν η μέλλουσα γυναίκα του.  Αυτό ήταν το μεγάλο του όνειρο: να παντρευτεί σύντομα και να κάνει οικογένεια. Δεν το είχε αποκαλύψει ακόμα στη Ναταλία, αλλά πίστευε πως θα δεχόταν να γινει γυναίκα του. Γιατί άλλωστε να μη δεχόταν; Υπήρχε μεταξύ τους χημεία. Περνούσαν πολύ καλά μαζί, αγαπιόντουσαν. Γρήγορα θα της έκανε πρόταση γάμου. Είχε δει νωρίτερα σε ένα κατάστημα το δαχτυλίδι που θα της αγόραζε. Όσο για το νυφικό, ένα λιτό λευκό φόρεμα θα ήταν ό,τι πρέπει. Αυτά σκέφτονταν όση ώρα περίμενε την Ναταλία. Όταν φάνηκε στο πάρκο η αγαπημένη του, ο Αντώνης χάρηκε πολύ. Μέχρι και τα σκοτεινά του μάτια φωτίστηκαν στη στιγμή.
Οι συναντήσεις τους στο πάρκο συνεχίστηκαν για μέρες. Η Ναταλία με το που έφευγε από το αστυνομικό τμήμα, έτρεχε να συναντήσει τον αγαπημένο της. Ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί του. Ίσως γι αυτό και δεν είχε ανησυχήσει με κάποια σημάδια. Αν δεν ήταν ο έρωτας, θα είχε προσέξει τα σκοτεινά  μάτια  του Αντώνη γεμάτα από κακία, κάθε φορά που δεν συμφωνούσε για κάτι μαζί του. Θα είχε προσέξει το συνεχιζόμενο σφύριγμα του κάθε φορά που του μιλούσε. Η ανεξήγητη εμμονή του με το κλειδί θα ήταν εύκολα αντιληπτή, αν η Ναταλία μπορούσε να δει καθαρά. Σε όλες τις συναντήσεις τους, ο Αντώνης δεν άφηνε από τα χέρια του, το συγκεκριμένο κλειδί ούτε για μία στιγμή. Άλλες φορές το έκρυβε μέσα στη παλάμη του, σαν να ήθελε να κρύψει ένα μυστικό και άλλες φορές το έτριβε με τόση μανία σαν να ήθελε να σβήσει κάτι. Το παρελθόν του ίσως; Ποιος ξέρει; Η Ναταλία σαν έμπειρη αστυνομικός θα το είχε ανακαλύψει αν δεν την είχε τυφλώσει ο έρωτας για τον συγκεκριμένο άτομο.
Θα περνούσε αρκετός καιρός μέχρι να γίνουν αντιληπτά κάποια σημάδια από την Ναταλία. Άρχισαν να την ενοχλούν οι εκρήξεις θυμού του Αντώνη εάν καθυστερούσε λίγα λεπτά στο ραντεβού τους και η υπερβολική του ζήλια. Ακόμα και οι κινήσεις του με το κλειδί της έκαναν πια εντύπωση. Μία φορά που πλησίασε κοντά του για να το δει καλύτερα, ο Αντώνης την απομάκρυνε τόσο βίαια μακριά του που η Ναταλία έπεσε κάτω. Φοβήθηκε πολύ. Ο Αντώνης της ζήτησε συγγνώμη και εκείνη τον συγχώρησε γιατί τον αγαπούσε. «Όλοι έχουμε τις παραξενιές μας» σκέφτηκε.
Κάποιο απόγευμα, την ώρα που ο Αντώνης αποχαιρετούσε την Ναταλία, του έπεσε το κλειδί χωρίς να το καταλάβει. Η Ναταλία το είδε αλλά δεν του είπε τίποτα. Περίμενε να φύγει, μέχρι να το σηκώσει από το έδαφος.  Ήθελε να το επεξεργαστεί καλύτερα από κοντά, να δει γιατί ήταν τόσο σημαντικό για τον Αντώνη. Ήταν ένα απλό κλειδί. Δεν ήταν κλειδί σπιτιού, ούτε αυτοκινήτου. Τι να ξεκλείδωνε αυτό το κλειδί; Ήταν περίεργη. Αποφάσισε να πάει στο σπίτι του Αντώνη. Ήξερε πως εκείνη την ώρα θα έλειπε ο ίδιος. Ήξερε επίσης πού έκρυβε το κλειδί της εξώπορτας του διαμερίσματος του.
Όσο πλησίαζε στο σπίτι του Αντώνη, η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Τι θα έβρισκε εκεί; Τι έκρυβε τόσο καλά ο Αντώνης και σε ποιό σημείο; Και άλλες φορές η Ναταλία είχε επισκεφτεί το σπίτι του αγαπημένου της, αλλά δεν είχε δει κάτι περίεργο. Όταν έφτασε, άρχισε να ψάχνει το σπίτι. Πήγε σε όλα τα δωμάτια, μέχρι που κάποια σκαλοπάτια την οδήγησαν στη αποθήκη. Άνοιξε την πόρτα και βρέθηκε μπροστά σε ένα μεγάλο ψυγείο. Ήταν κλειδωμένο. Έβγαλε το κλειδί του Αντώνη από την τσάντα της και προσπάθησε να το βάλει στη κλειδαριά. Ταίριαζε απόλυτα και ξεκλείδωσε το ψυγείο. Έβαλε τις φωνές όταν αντίκρυσε αυτό που κρυβόταν μέσα στο ψυγείο.
Ήταν το πτώμα μίας γυναίκας.  Η γυναίκα είχε μακριά ξανθά μαλλιά, φορούσε ένα νυφικό και στο δάχτυλο της είχε μία βέρα. Στο καρπό της ήταν ζωγραφισμένο με αίμα το γράμμα Α. Ήταν μαχαιρωμένη στο μέρος της καρδιάς. Το πρόσωπο της ήταν γεμάτο με πολλές χαρακιές που καθιστούσε αδύνατον την αναγνώριση του πτώματος. Έκλεισε με τρεμάμενο χέρι το ψυγείο, έσκυψε και έκανε εμετό. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ο άντρας που λάτρευε είχε δολοφονήσει μία γυναίκα. Της έλεγε "σε αγαπώ" και εκείνη τον πίστευε. Σκεφτόταν να περάσει την ζωή της μαζί του. Και τώρα τι θα έκανε; Έπρεπε να βγει από το σπίτι προτού να επιστρέψει ο Αντώνης.
Δεν πρόλαβε όμως να φύγει. Ο Αντώνης είχε επιστρέψει, άκουσε τις φωνές της Ναταλίας και  κατευθύνθηκε στη αποθήκη. Η Ναταλία τον είδε άξαφνα. Ο Αντώνης άρχισε να την χαστουκίζει, μέχρι που έχασε τις αισθήσεις της. Όταν ξύπνησε, κοίταξε γύρω της. Προσπάθησε να σηκωθεί και τότε διαπίστωσε πως τα πόδια της ήταν δεμένα με αλυσίδα, δίπλα στο ψυγείο. Προσπάθησε να φτάσει στη πόρτα της αποθήκης σέρνοντας. Δεν τα κατάφερε. Άρχισε να φωνάζει τον Αντώνη. Ζητούσε βοήθεια. Δεν της απαντούσε κανείς. Πέρασαν ώρες, μέχρι να ακούσει την πόρτα της αποθήκης να ανοίγει. Ήταν ο Αντώνης που της έφερε φαγητό και νερό. Τότε τον παρακάλεσε να την αφήσει να φύγει. Του υποσχέθηκε πως δεν θα μιλούσε πουθενά για ό,τι είχε δει. Ο Αντώνης δεν την πίστεψε. Φοβόταν πως θα τον κατέδιδε, αν την άφηνε να φύγει.
Την πλησίασε και με δάκρυα στα μάτια της ζήτησε συγγνώμη. Δεν θα της έκανε κακό, την αγαπούσε πολύ. Έκατσε δίπλα της και άρχισε να της μιλάει. Της είπε για την νεκρή γυναίκα. Την έλεγαν Δανάη και ήταν πολύ όμορφη. Την αγαπούσε πολύ. Και αυτή τον αγαπούσε. Όλα άλλαξαν όταν της έκανε πρόταση γάμου. Αυτή του ζήτησε λίγο χρόνο για να το σκεφτεί. Τότε θόλωσε το μυαλό του. Ήθελε πολύ να την παντρευτεί και η άρνησή της τον θύμωσε πολύ. Έχασε την ψυχραιμία του. Πήρε ένα μαχαίρι από την κουζίνα και την μαχαίρωσε στη καρδιά. Ήθελε να την πονέσει όπως τον πόνεσε και αυτή. Την χαράκωσε γιατί δεν ήθελε να θυμάται το πρόσωπο που τον πλήγωσε. Έπειτα της φόρεσε το νυφικό και τη βέρα που είχε αγοράσει για αυτήν.
Η Ναταλία έπρεπε να σκεφτεί γρήγορα και έξυπνα τις επόμενες κινήσεις της. Χάρη στη δουλειά της, ήξερε πως έπρεπε να φερθεί σε άτομα όπως τον Αντώνη. Θα δραπέτευε από την αποθήκη, αν κέρδιζε την εμπιστοσύνη του. Αυτό έβαλε σαν στόχο, τις  μέρες που ακολούθησαν. Δύο φορές την μέρα, ο Αντώνης κατέβαινε στη αποθήκη. Τότε η Ναταλία του μιλούσε τρυφερά, του έλεγε πόσο πολύ τον αγαπούσε, πως ο φόνος που είχε διαπράξει δεν ήταν ικανός να χαλάσει την όμορφη σχέση που είχαν. Σιγά-σιγά ο Αντώνης μαλάκωνε. Άρχισε να φέρνει στη αποθήκη τα αγαπημένα της φαγητά και έτρωγαν μαζί. Το σχέδιο της Ναταλίας προχωρούσε κανονικά. Κάποια μέρα της έλυσε τα πόδια. "Δεν θέλω να σε πονάω" της είπε και αυτή τον γέμισε με φιλιά. Έπρεπε ο ίδιος να πιστέψει πως τον αγαπούσε αληθινά. Ακόμα και αν μέσα της τον μισούσε με όλη της την καρδιά.
Είχε έρθει η στιγμή που η Ναταλία θα έβαζε σε εφαρμογή το δεύτερο μέρος του σχεδίου της. Το επόμενο μεσημέρι όταν ο Αντώνης κατέβηκε στη αποθήκη για να φάνε μαζί, η Ναταλία του ζήτησε ένα μπουκάλι κρασί. Άρχισαν να τρώνε και να πίνουν. Όταν ο ίδιος άρχισε να ζαλίζεται, η Ναταλία βρήκε την τέλεια ευκαιρία. Τον πλησίασε περισσότερο. Άρχισε να τον χαϊδεύει και να τον φιλάει σε όλο το σώμα. Προσπάθησε να αντισταθεί ο Αντώνης, μα μάταια. Την ποθούσε τόσο. Έτσι, της έβγαλε γρήγορα τα ρούχα και της ψιθύρισε "σ΄ αγαπώ". Έκαναν έρωτα. Όταν τέλειωσαν, ο Αντώνης αποκοιμήθηκε στη αγκαλιά της. Με αργές και προσεκτικές κινήσεις, η Ναταλία σηκώθηκε άρπαξε τα κλειδιά από το παντελόνι του Αντώνη και βγήκε από την αποθήκη. Πριν να φύγει από το σπίτι, τηλεφώνησε στη αστυνομία. Έδωσε τα στοιχεία της, την διεύθυνση του σπιτιού όπου βρισκόταν και κατήγγειλε την δολοφονία που διέπραξε ο Αντώνης.
Βγήκε έξω και άρχισε να τρέχει. Τα μάτια της, συνηθισμένα στο σκοτάδι της αποθήκης, δεν άντεχαν τον δυνατό ήλιο και δάκρυζαν. Τα πόδια της ήταν αδύναμα από την αλυσίδα που ήταν δεμένα τόσες μέρες και πονούσαν. Μα αυτή συνέχιζε. Έπρεπε. Έπρεπε να ξεφύγει από τον εφιάλτη που ζούσε. Δεν τα κατάφερε. Ο Αντώνης ξύπνησε και οργισμένος για την απουσία της Ναταλίας, άρχισε να την αναζητάει στο δρόμο με ένα μαχαίρι. Τον είχε προδώσει με τον χειρότερο τρόπο. Θα την σκότωνε μόλις την έβρισκε. Την βρήκε να πίνει νερό σε μία βρύση. Την έπιασε από τα μαλλιά και την έσυρε πίσω στο σπίτι. Η Ναταλία ένοιωθε να πλησιάζει το τέλος. Πάλεψε μαζί του για να του αρπάξει το μαχαίρι. Ή θα την μαχαίρωνε ή θα τον μαχαίρωνε. Ο Αντώνης όμως ήταν πιο δυνατός από αυτήν. Την μαχαίρωσε στο πόδι. Η Ναταλία έκλαιγε και αυτός γελούσε. Μετά την μαχαιριά στο πόδι, ακολούθησε και άλλη, αυτή τη φορά στο χέρι.
Πολύ σύντομα η Ναταλία θα ήταν νεκρή, αν  δύο ένοπλοι αστυνομικοί δεν έμπαιναν  στο σπίτι του Αντώνη. Του ζήτησαν να πετάξει το μαχαίρι και να παραδοθεί, αλλά αυτός αρνήθηκε. Προσπάθησε να επιτεθεί στους αστυνομικούς και τότε ένας από αυτούς τον πυροβόλησε στο στήθος. Πέθανε ακαριαία. Η Ναταλία μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και νοσηλεύτηκε για λίγες μέρες μέχρι να γίνει εντελώς καλά. Όταν τα τραύματά της έκλεισαν, επέστρεψε στη εργασία της και προσπάθησε να ξεχάσει όλη την περιπέτεια που έζησε.

 Συγγραφέας: Μάιρη Κάντα - Φοιτήτρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...