Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

"Θέλω Να Με Θυμάσαι" της Χαριτίνης Παπαδοπούλου



Στεκόμουν εκεί για πέντε λεπτά και προσπαθούσα με μανία να ανάψω ένα καταραμένο τσιγάρο. Τα χέρια μου έτρεμαν και δεν μπορούσα να κρατήσω την φλόγα του αναπτήρα σταθερή. Αφού τα κατάφερα, τράβηξα μια γερή τζούρα ανταμείβοντας έτσι τον εαυτό μου για την ταλαιπωρία. Ένας αστυνομικός βγήκε στο κατώφλι και φώναξε το όνομα μου.
«Ήγγικεν η ώρα» ψέλλισα και πέταξα το τσιγάρο μου στο λερωμένο πάτωμα πατώντας το με το πέλμα μου. Πέρασα την μεγάλη γαλάζια πόρτα παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. Έπιασα τον εαυτό μου να θέλει να κάνει μεταβολή και να τρέξει όσο πιο μακριά γίνεται. Κάπου που να υπάρχει ασφάλεια. Δεν τον υπάκουσα όμως. Ακολουθούσα μηχανικά τα βήματα του αστυνόμου, μέχρι που εκείνα μας οδήγησαν μπροστά σε μια πόρτα.
«Την τσάντα σας κυρία μου. Θα πρέπει να την αφήσετε εδώ» μου είπε ψυχρά.
Σκούπισα το μουσκεμένο από ιδρώτα χέρι μου στο παντελόνι που φορούσα και στη συνέχεια ακολούθησα τις οδηγίες του. Τι είχα πάθει και ίδρωνα έτσι;
«Το μαγνητόφωνο θα το πάρω μαζί μου. Πάω για συνέντευξη» τόνισα.
«Για συνέντευξη; Θα περάσεις πολύ ωραία» είπε χαχανίζοντας.
Μια γυναίκα αστυνομικός πετάχτηκε μπροστά μου. Με μια απίστευτη αναίδια εισέβαλε στον προσωπικό μου χώρο και άρχισε να ψηλαφίζει άτσαλα το σώμα μου.
«Είναι καθαρή. Μπορεί να περάσει» φώναξε δυνατά βγάζοντας τα άσπρα λαστιχένια γάντια που φορούσε.
Ένα συνεχόμενο σφύριγμα ανάγκασε την κόκκινη πόρτα να ανοίξει.
«Εγώ θα στέκομαι πίσω σας. Αν συμβεί οτιδήποτε τότε θα παρέμβω» δήλωσε ο αστυνόμος που με συνόδευε, σπρώχνοντας με διακριτικά προς το δωμάτιο λες και κατάλαβε τον δισταγμό μου.
Μια έντονη μυρωδιά μούχλας εισχώρησε στα ρουθούνια μου και έκανε το ήδη δεμένο κόμπο στομάχι μου να αντιδράσει. Τον είδα να κάθετε στο τραπεζάκι και να μου χαμογελάει. Ένα νεαρό αγόρι, γύρω στα είκοσι με ταλαιπωρημένο πρόσωπο. Τα πόδια και τα χέρια του ήταν δεμένα με χειροπέδες.
«Επιτέλους, σε περίμενα».
«Γιατί εμένα;» ήταν το πρώτο πράγμα που τον ρώτησα αφού πάτησα το κουμπί του μαγνητοφώνου.
Ανασήκωσε τους ώμους του.
«Σε κάποιον έπρεπε να τα πω. Πως αλλιώς θα γραφτεί η βιογραφία μου;»
«Και για ποιο λόγο θεωρείς ότι αξίζει να γραφτεί η βιογραφία σου;»
«Μα φυσικά για να με θυμούνται. Αν δεν υπάρχει κάπου η ιστορία μου τότε δεν θα με θυμάται κανένας όταν φύγω από αυτό τον κόσμο. Δεν γίνεται, κάποιος θέλω να με θυμάται. Δεν θέλω να ξεχαστώ».
«Τότε γιατί το έκανες;» τον ρώτησα.
«Αν εκείνοι ήταν ακόμη εδώ, τότε σίγουρα θα είχες κάποιον να σε νοιάζεται και να σε θυμάται όταν φύγεις» συνέχισα.
«Δεν ξέρεις τι λες! Εκείνοι με απεχθάνονταν. Τους ήμουν παντελώς αδιάφορος. Ήθελαν να με ξεκάνουν και να με βγάλουν από τη μέση. Δεν καταλαβαίνεις; Ήταν αυτοάμυνα, προσπάθησαν να με σκοτώσουν».
«Τι εννοείς;» ρώτησα διψασμένη για περισσότερες λεπτομέρειες.
«Μία μέρα με το που γύρισα στο σπίτι είδα τον πατέρα μου να τρέχει καταπάνω μου κρατώντας ένα μαχαίρι. Του το άρπαξα και τον σκότωσα. Δεν είχα άλλη επιλογή. Τότε εμφανίστηκε και η μάνα μου κρατώντας το δικό της μαχαίρι. Την πρόλαβα. Ο αδελφός μου ακολούθησε το παράδειγμα τους. Κρατούσε και εκείνος μαχαίρι και μου επιτέθηκε. Τι έπρεπε να κάνω; Θα με σκότωνε. Λίγο αργότερα έγινε το ίδιο και με την γιαγιά και τον παππού. Κατάλαβες; Δεν έφταιγα εγώ».
«Ξέρεις ότι στην σκηνή του εγκλήματος βρέθηκε μόνο ένα μαχαίρι έτσι; Ένα μαχαίρι που τα μόνα αποτυπώματα που υπήρχαν πάνω ήταν τα δικά σου».
«Θα το άλλαξαν οι μπάτσοι. Το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή ότι δεν με χώνεψαν και ήθελαν να με ενοχοποιήσουν» δήλωσε στραβοκοιτάζοντας τον αστυνόμο στην γωνία.
Συνειδητοποίησα ότι δεν επρόκειτο να τα βγάλω πέρα μαζί του. Τι προσπαθούσα να κάνω εξάλλου; Να βρω λογική; Σε ποιον; Σε έναν διαταραγμένο άνθρωπο που ξεκλήρισε την οικογένεια του; Παρόλο που μόνο στην ιδέα της πράξης του κατακλυζόμουν από φρίκη, όλος περιέργως η γνωριμία μας με έκανε να θέλω να μάθω περισσότερα για εκείνον. Ήταν κάτι στα γκριζογάλανα μάτια του που μου κίνησε το ενδιαφέρον. Ένα ίχνος ανθρωπιάς που πάλευε να βγει στην επιφάνεια...
«Θέλεις να μου μιλήσεις λίγο για το παρελθόν σου; Πως ήταν τα παιδικά σου χρόνια;»
«Πάντα ήθελαν να με ξεφορτωθούν. Από τον καιρό που ήμουν μωρό. Μου έκαναν τη ζωή μου κόλαση. Με πότιζαν με χάπια μια ζωή για να με τρελάνουν και να με κλείσουν στο ψυχιατρείο. Καταλαβαίνεις; Τα κατάφερα! Δεν τους άφησα».
Το πρόσωπο του έλαμπε από χαρά καθώς μου μιλούσε. Δευτερόλεπτα αργότερα σύννεφα σκέπασαν τα μάτια του και η διάθεση του άλλαξε. Ακούμπησε τα χέρια στο κεφάλι του και άρχισε να κουνάει νευρικά το σώμα του μπρος και πίσω. Σταμάτησε απότομα και το βλέμμα του καρφώθηκε στο κενό.
«Κανείς τους δεν με καταλάβαινε, κανένας δεν με αγαπούσε. Δεν νοιάζονταν για μένα. Μόνο για το μούλικο τον αδελφό μου. Για μένα ούτε λόγος. Ακόμα και από το δημοτικό με σταμάτησαν. Ξέρεις γιατί; Επειδή λέει έβριζα και χτυπούσα τους συμμαθητές μου. Σιγά τ’αυγά. Καλά κουμάσια ήταν κι αυτοί.  Απλές παρατηρήσεις τους έκανα εγώ. Για το καλό τους. Δεν με άκουγαν όμως. Και δεν μου έκαναν ούτε και μία πάσα με την μπάλα την ώρα της γυμναστικής. Καθόλου σωστό εκ μέρους τους. Από τότε λοιπόν με κλείδωσαν στο σπίτι. Με έβγαζαν έξω μόνο για κάτι βόλτες κάθε Κυριακή. Λες και ήμουν σκυλάκι που έπρεπε να με βγάλουν για πιπί μου. Περισσότερη ελευθερία είχε ο κωλόσκυλος τους από μένα. Για αυτό και εγώ φρόντισα να τον κανονίσω. Είχε αρχίσει και εκείνος να με βλέπει παράξενα τελευταία. Δεν θα αργούσε να μου επιτεθεί. Στα δεκατέσσερα αποφάσισα να γίνω ανεξάρτητος και έπιασα την πρώτη μου δουλειά. Ούτε και αυτό με άφησαν να κάνω. Ήρθαν και με μάζεψαν μια μέρα άρον άρον. Μου πέταξαν βέβαια και πάλι μια δικαιολογία. Ότι τάχα τους κάλεσε το αφεντικό μου επειδή ήμουν νευρικός και επιθετικός με τους πελάτες, με αποτέλεσμα να τους διώχνω. Ανοησίες. Εκείνοι μου επιτίθονταν. Οι πελάτες. Ήθελαν να με βλάψουν. Όλοι. Ήταν δασκαλεμένοι από τους γονείς μου. Είμαι σίγουρος. Όλοι ήταν στο ίδιο σχέδιο. Μια καλοστημένη πλεκτάνη εις βάρος μου. Κάτι έπρεπε να γίνει. Ήμουν υποχρεωμένος να το σταματήσω. Καταλαβαίνεις τώρα γιατί το έκανα, έτσι;»
Δεν ήθελα να του απαντήσω. Ίσως γιατί όσο και αν δεν ήθελα να το παραδεχτώ ένα κομμάτι μου τον καταλάβαινε και τον δικαιολογούσε. Ήταν ένας άνθρωπος με διαταραγμένη προσωπικότητα και άρρωστη ψυχή που αναγκάστηκε να τοποθετήσει ένα γυάλινο τείχος γύρω για να προστατέψει τον εαυτό του από τους δράκους που έβλεπε παντού γύρω του. Για αυτό αντιμετώπιζε τους πάντες με αμφιβολία και δυσπιστία. Όλους εκτός από εμένα. Ίσως και να ήμουν ο μόνος άνθρωπος που εμπιστεύτηκε ποτέ στην ζωή του. Αυτό και μόνο μου προξενούσε συμπόνοια.
«Γιατί εμένα;» τον ρώτησα ξανά.
«Τι εννοείς;» απόρησε.
«Όλοι οι δημοσιογράφοι της χώρας παρακαλούν για να σου κλέψουν μία λέξη. Γιατί τηλεφώνησες  στο σταθμό και ζήτησες να μιλήσεις αποκλειστικά και μόνο μαζί μου;»
Μια απίστευτη γαλήνη είχε κυριεύσει το πρόσωπο του και ένα μειδίαμα αχνοφάνηκε στα χείλη του.
«Μα αφού εσύ, είσαι η μόνη φίλη που έχω».
Τον κοίταξα απορημένα.
«Ναι, εσύ είσαι η μόνη μου φίλη! Από τότε που με κλείδωσαν στο σπίτι, η μόνη μου συντροφιά ήσουν εσύ. Κάθε μέρα για δέκα χρόνια περνούσαμε μαζί τα απογεύματα μας. Εσύ δεν ήθελες να με βλάψεις. Με έκανες να γελάω βλέποντας τις εκπομπές και τις συνεντεύξεις σου. Δεν μπορεί να θέλεις το κακό μου».
Ο ενοχλητικός ήχος της πόρτας έσπασε την απόλυτη σιωπή και δύο δεσμοφύλακες με έναν νοσοκόμο μπούκαραν στο δωματιάκι..
«Η ώρα του επισκεπτηρίου τελείωσε, πίσω στον θάλαμο σου τώρα» του είπαν και τον τράβηξαν από την καρέκλα.
Καθώς περνούσε από δίπλα μου ένας ψίθυρος γλίστρησε άθελα από το στόμα μου.
«Μην ανησυχείς» είπα «θα σε θυμάμαι εγώ».

Συγγραφέας: Χαριτίνη Παπαδοπούλου - Φοιτήτρια Tabula Rasa

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...