Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2013

"Ο παρουρανός" της Ναταλίας Dalheimer


   Ο Μεγάλος Αέρας ζούσε ανάμεσα στις λεύκες.  Η αγαπημένη του ήταν η Λιγνή Λευκή, η οποία στεκόταν μόνη της στην άκρη του δάσους. Συχνά μιλούσαν και ο Μεγάλος Αέρας της έλεγε πως αν φύγει ποτέ μακριά στον ουρανό, θα την πάρει μαζί. Εκείνη πάντα του απαντούσε: «Δεν είναι η θέση μου στον ουρανό αλλά στον παρουρανό.  Εκεί που δε πετάνε πουλιά ούτε σύννεφα ούτε αέρας. Εκεί που δε λάμπουν αστέρια ούτε φεγγάρι. Εκεί που δεν έχει καταιγίδες ούτε αστραπές ούτε ρίχνει βροχή».
Τότε ο Μεγάλος Αέρας ρωτούσε τη Λιγνή Λευκή... 

«Και που είναι αυτός ο παρουρανός;» 

Και έλεγε με λεπτή φωνή 

«Είναι αντίκρυ με τον ουρανό. Βλέπουν ο ένας τον άλλον κάθε μέρα. Ο παρουρανός είναι άσπρος τη νύχτα τη μέρα κόκκινός»

«Γιατί;» ο Αέρας απόρησε, 

«Γιατί το άσπρο είναι αντίθετο του μαύρου και το κόκκινο είναι αντίθετο του μπλε» απάντησε Λευκή. 

     Και μετά χόρευε η Λιγνή Λευκή με το τραγούδι του Μεγάλου Αέρα.

  Ήρθε μια μέρα και έφυγε ο Μεγάλος Αέρας στο ουρανό για πάντα και η Λιγνή Λευκή πήγε στον παρουρανό. Εκείνος όλο φυσούσε και ταξίδευε παντού. Γνώρισε πολλούς φίλους αέρες και καταιγίδες και αστραπές. Όμως του έλειπε η φίλη του Λιγνή και δεν έπαψε ποτέ να τη σκέφτεται.

   Μια μέρα καθώς φυσούσε δυνατά βρήκε μια ρωγμή στο μπλε ουρανό, τρύπωσε μέσα και είδε κάτι κόκκινο μακριά-μακριά. Όσο το πλησίαζε, τόσο εκείνο μεγάλωνε, μέχρι που έγινε τεράστιο και το μπλε πίσω του έγινε μια κουκκίδα. Κοίταξε γύρω του, έβλεπε μόνο δέντρα, ποταμούς, φυτά. Ξαφνικά κατάλαβε που ήταν κα άρχισε να φωνάζει από τη χαρά του 

«Λιγνή Λευκή που είσαι;!» 

     Φύσηξε εδώ, φύσηξε εκεί ταράζοντας όλα γύρω. 

«Σταμάτα να μας ενοχλείς! Πήγαινε στον ουρανό σου!», είπε ένα μανιτάρι με μάτια που κοιτούσαν θυμωμένα κάτω από το μεγάλο καπέλο του. 

«Πες μου που είναι η Λιγνή Λευκή!» είπε απελπισμένα. 

     Το μανιτάρι του έδειξε με τα μάτια την άκρη του κόκκινου χορταριού. Ο Μεγάλος Αέρας έτρεξε εκεί και είδε την αγαπημένη του φίλη να στέκεται  μόνη. 

«Πως δεν σκέφτηκα αμέσως πως θα ήσουν κάπου μόνη!», αναφώνησε από τη χαρά. 

     Η Λευκή χαμογέλασε και άρχισε να χορεύει κάτω από το τραγούδι του φίλου της. 

«Πως μπήκες εδώ; Πως με βρήκες;» τον ρωτούσε με αγωνία. 

«Βρήκα μια ρωγμή στον  ουρανό και μπήκα μέσα. Τελικά δεν είναι αντίκρυ στον παρουρανό, αλλά δίπλα-δίπλα!», έκλεισε το μάτι ο Αέρας. 

«Και μάλιστα άκουσα από μια καταιγίδα πως είναι δίδυμα αδέρφια, αλλά λόγω της διαφορετικότητάς τους στέκονται πλάτη ο ένας στον άλλον». 

     Η Λιγνή Λευκή άπλωσε τα κλαδιά της και για πρώτη φορά αγκάλιασε τον Μεγάλο Αέρα 

«Είμαι τόσο ευτυχισμένη που σε βλέπω ξανά.. μου έλειψες πολύ!» 

     Εκείνος τη διαπέρασε με τις γρήγορες κινήσεις του και από τη χαρά του σφύριξε κάνοντάς τη να γελάσει.
 
   Από τότε ο Μεγάλος Αέρας δεν αποχωρίστηκε ποτέ την όμορφη Λιγνή Λευκή. Ζούσε στον ουρανό αλλά κάθε μέρα ερχόταν να δει την αγαπημένη του στον παρουρανό. Και ήταν ευτυχισμένοι και ήταν χαρούμενοι. 

Συγγραφέας: Ναταλία Dalheimer - φοιτήτρια Tabula Rasa 

2 σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...