Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

"Eκ βαθέων, μιας κουρδιστής μπαλαρίνας" του Φώτη Παναγούλια

     Μένω εδώ με το βλέμμα καρφωμένο στην ματιά σου. Αγέρωχη, απρόσιτη, αινιγματική, αλλού κοιτάζει. Μια δρασκελιά μας χωρίζει, χρόνια τώρα. Και χρόνια τώρα ούτε σπιθαμή δεν την έχουμε απ’ τον  χώρο γεφυρώσει. Η σκέψη μου έλκεται από την παρουσία σου, μαγνητίζεται μαζί της η ενέργειά μου όλη και στρέφεται γύρω σου σε ένα ατέρμονο, άοκνο μα άϋλο εναγκαλισμό.

     Είναι μέρες που το μυαλό μου...
πονάει από τις σκέψεις που σαν σμήνος μετεωριτών έλκει βάναυσα, λυσσαλέα, αναπόδραστα η ύπαρξή σου. Εκείνη που βαριά, σαν μαύρη τρύπα ρουφάει το είναι μου και καταβροχθίζει γαλαξίες. Τι κι αν στέκουμε αδρανείς, ακούνητοι για χρόνια. Το συναίσθημά μου θαρρώ πως δεν χωρά στην πλάση τούτη. Τι κι αν μας χωρίζει απόσταση ασήμαντη σε κοσμικά μεγέθη, το χάσμα αυτό δεν θα γεμίσουμε ποτέ. Ένας ποταμός ύλης και χρόνου μας χωρίζει. Αδιάφορο πια αν θα ενωθούμε σήμερα ή αύριο ή μια ανθρώπινη ζωή μετά. Νομίζω πως έχω ήδη διαβεί ποταμούς χρόνου απέναντί σου. Και κάθε στιγμή, σταγόνα στην αιωνιότητα, δεν σβήνει τον πόθο μου. Έναν πόθο που αν δεν υπήρχε ο χρόνος ο ακατάληπτος του σύμπαντος να απλωθεί μέσα του, να μερέψει, θα μας καταβρόχθιζε όλους. Τόσος χρόνος πέρασε στην αγρύπνια. Μαγκωμένη πάνω σου η σκέψη μου, αλυσοδεμένη στο πλευρό σου η καρτερία. Αιώνες τώρα νομίζω έχουν περάσει και άλλους τόσους θα χάριζα σε αυτή την άδικη μοίρα για μια σου λέξη. Λύτρωση θα ήταν, είτε αγάπης είτε απέχθειας είτε αδιαφορίας μήνυμα αν κόμιζαν οι φθόγγοι που απ’ το στόμα σου λαχταρώ να πετούσαν. 

     Ώρες ώρες, νομίζω το μυαλό μου θα σπάσει από την σιωπή, και ταυτόχρονα θα με πνίξουν οι τόσες φωνές μες το κεφάλι μου. Να μην μπορώ να σαλέψω, τι κατάρα. Απ’την ένταση θαρρώ και το σμάλτο το παγερό του κορμιού μου, ράγισε. Ούτε ο χρόνος του στάθηκε με συμπόνοια. Μόνο οι βασικές μου λειτουργίες μένουν ανέπαφες σε αυτό το άγρυπνο κώμα. Με φροντίζει η καλή κυρία με το αφράτο χέρι της κουρδίζει την ύπαρξή μου και το ελατήριο μέσα μου παραμορφώνει. Και εκείνο, καθώς ξετυλίγεται μέσα σε λίγους κρύους, μεταλλικούς ήχους και τριξίματα στεναχτικά, ώθηση μου δίνει και σαλεύω. Αστέρας διάττων στον καλοκαιρινό ουρανό, κύμβαλο αλαλλάζον. Και καθώς περιδινούμαι στην τροχιά μου, στο μικρόκοσμο της απόστασής μας, που η κίνηση των χεριών μου μηδαμινά μικραίνει, σκιρτά μέσα μου η ελπίδα. Ότι κρυφά το βλέμμα σου το παγωμένο αναδρανίζεις, κρυφά , γιατί είσαι περήφανος εσύ και πεισματάρης και την πλάτη μου καθώς γυρίζω, οι κόρες σου θωπεύουν. Και νιώθω μια ζέστη τότε στην ραχοκοκαλιά και ολόγυρα η ματιά σου θαρρώ με σφιχταγκαλιάζει, υπέρλαμπρος κομήτης. Κι εύχομαι, η μικρή μου παράσταση να είχε την δύναμη, να εκπέμψει για μια στιγμή συγκεντρωμένη την ενέργεια του πόθου μου, να λάμψει από χαρά και αγάπη η κορμοστασιά μου και να μηδενίσει τα πάντα, να λιώσεις μαζί  μου σ’ ένα αμάλγαμα αρχέγονης, συμπαντικής ύλης.  Μα σαν γυρίσει η ρότα μου η προδιαγεγραμμένη, το ίδιο παγερό, μολυβένιο σου βλέμμα αντικρίζω. Απέναντι να χαζεύει, τάχα βλοσυρό, τάχα περίσκεπτο.
 
     Το φιλοσόφησα πλέον. Δε μ’ ενδιαφέρει πια η απόκρισή σου. Δεν την περιμένω. Ο έρωτάς σου είναι για μένα τόσο σημαντικός, τόσο κομμάτι της ψυχοσύνθεσής μου, του σύμπαντος που κουβαλάω μέσα μου, τόσο ετράφη εκείνος με μητρικό νέκταρ της ύπαρξής μου, που είναι κατάδικός μου. Δικό μου δημιούργημα και κτήμα. Με το βιός μου θέριεψε και πιστός παραμένει. Δεν έχω ξαποστάσει καθόλου. Άγρυπνη τον θήλασα, μιας σκέψης φευγαλέας, μιας ματιάς που δεν υπήρξε ποτέ, το ανάερο δημιούργημα. Τώρα λύσσαξε. Δεν αντέχω καν να τον κρατώ μέσα μου. Με καίει. Καίγομαι τόσους χρόνους που θαρρώ δεν έχω πια ούτε στάχτη να σκορπίσω στον αέρα. Κι όμως, το χέρι κουρντίζει καθημερινά το σίδερο στα σπλάχνα μου. Θα περάσει ο καιρός και θα έρθει η ώρα που θα είναι δικό μου το χέρι που κουρδίζει. Και θ’ αποκτήσει ο έρωτας, η αιματοβαμμένη αυτή λαύρα που καίει μέσα μου, την δική του ουσία και ύλη και σάρκα. Και θα τον πλάσω καταπώς αγαπώ. Και θα ζήσουμε μαζί, ώσπου να κάθομαι και εγώ στο καναπεδάκι απέναντι, δίπλα στο παράθυρο το δυτικό, με την ταπετσαρία πίσω να ξηλώνεται και να χάσκουν οι τάβλες στο τοίχο, σπρώχνοντας την φωτογραφία. 

     Είναι κρεμασμένη και θολή. Έτσι έβγαιναν οι φωτογραφίες τότε, όταν οι πίνακες ήταν ακριβοί και πιο πιστοί. Χλωμός εκείνος, σαν να ρούφηξε όλο το ασήμι της εκτύπωσης το πρόσωπό του, τα μάτια δυο πέρλες μαύρες, τα χείλη σφικτά και το μουστάκι λεπτό, νʼ ανεβαίνει σαν καπνός προς τα ζυγωματικά του. Τόσοι αιώνες προσμονή, τόσες ζωές χαμένες, για μιαν ενσάρκωση, για μερικές νύχτες, βδομάδες, μήνες , χρόνια μόνο, έστω. Για μια χούφτα γράμματα σφιχτοδεμένα με σπάγκο, κλεισμένα, πια, στο ερμάρι. Για το τέλος των γραμμάτων. Για την ανακωχή, την ανακούφιση, την προσμονή που σαν κίσσα έκλεβε, κρώζοντας την υπομονή μου. Και το μοναχικό γράμμα που ήρθε έπειτα, στον επιτελικό φάκελο με το μαύρο περίγραμμα. Το περίγραμμα της κορνίζας στον τοίχο.

Συγγραφέας: Φώτης Παναγούλιας - φοιτητής Tabula Rasa
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...