Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

"Ροζ πουέντ" της Βίκυς Ευαγγελάτου


     Η Μελίνα ήταν μια νέα, όμορφη κοπέλα. Τελείωσε με πολύ καλό βαθμό το σχολείο, όμως προτίμησε να αφήσει πίσω τα γράμματα και να ακολουθήσει τις νότες. 

     Θυμόταν τον εαυτό της από μωρό...
να φοράει μικροσκοπικά δερμάτινα παπουτσάκια μπαλαρίνας, πάντα σε ροζ χρώμα. Στα είκοσι πέντε της, ακόμα φορούσε τα ίδια παπούτσια αλλά σε σατέν πουέντ. Αγαπούσε οτιδήποτε την έκανε να ξεφεύγει. Τρελαινόταν με την μονιμότητα, ήταν ο μεγαλύτερος φόβος της. Ήθελε να κυλάνε όλα, όπως τα δάχτυλα του μουσικού πάνω στα πλήκτρα του πιάνο, όπως τα βήματα της πάνω στην σκηνή. Ακόμη κι όταν περπατούσε μια ακατάπαυστη μελωδία στο μυαλό της την έκανε να χορεύει νοερά στη σκηνή της φαντασίας της. 
     Το επάγγελμά της απαιτούσε πειθαρχία, συνέπεια και η αφοσίωση. Όταν δεν είχε παραστάσεις στην λυρική σκηνή της Αθήνας, έκανε ταξίδια σε όλο το κόσμο. Αγαπούσε οτιδήποτε νέο και ακόμα και τις μέρες που οι πρόβες της ήταν πολύ απαιτητικές, έβρισκε τρόπους να ξεφεύγει απ' τα συνηθισμένα. Σε μια τέτοια απόδραση ήθελε η μοίρα της να της αλλάξει τη ζωή.

     Δεν θυμόταν τίποτα. Μόνο οι ήχοι των μηχανημάτων υποστήριξης έσπαγαν τη σιωπή του λευκού δωματίου. Με τα μάτια κλειστά, είδε τον εαυτό της να περνάει από μια πόρτα. Μπορούσε να καταλάβει ότι βρισκόταν κάτω απ' τα άσπρα σεντόνια. Ήταν σαν να έβλεπε το φάντασμα του εαυτού της.
 
- Ποιά είσαι εσυ, που μου μοιάζεις τόσο;
 
- Είμαι η Μελίνα.
 
- Μα πώς;
 
- Είναι ένα δώρο θεού το ότι βρίσκομαι εδώ. Το ίδιο και εσύ σε αυτό το κρεβάτι. Πριν μάθεις γιατί ο θεός με έβαλε να περάσω αυτή τη πόρτα, θέλω να σου πω, πώς Αυτός μας έφτιαξε δυνατούς. Μας έδωσε δύναμη να αγωνιζόμαστε για την ζωή και να βρίσκουμε τρόπους να ξεπερνάμε ότι μας φοβίζει.
 
- Εξήγησε μου λοιπόν. Νιώθω τόσο κουρασμένη.
 
- Μελίνα, βρίσκεσαι σε κώμα εδώ και τρείς μήνες. Τροχαίο. Ξέρω πως τα μάτια σου θα ανοίξουν μόλις κλείσω εκείνη την πόρτα. Να φανείς γενναία με αυτό που θα αντιμετωπίσεις. Επιστράτευσε όλη την δύναμη της ψυχής σου.
 
- Περίμενε, στάσου. Μην φεύγεις. Αν αυτό που θα συναντήσω δεν θα μ' αρέσει τότε γιατί να ανοίξω τα μάτια μου;
 
- Είναι δώρο θεού, Μελίνα.
 
     Η πόρτα έκλεισε. Τρεις μόνο αναπνοές και τα μάτια της άνοιξαν. Είδε δίπλα την μητέρα της. Ένιωσε το σώμα της μουδιασμένο.
 
- Μαμά; Γιατί δεν μπορώ να κουνηθώ μαμά;
 
     Το κλάμα και οι φωνές της κάλυψαν όλο το λευκό δωμάτιο και ξεχύθηκαν στους διαδρόμους του νοσοκομείου σαν φίδια.
 
- Θεέ μου, σε ευχαριστώ. Μελινάκι μου ηρέμησε θα ζήσεις.
 
- Μαμά. Πως; Γιατί δεν μπορώ να κουνήσω τα πόδια μου; Μαμά γιατί δεν τα νιώθω; Γιατί, Θεέ μου; Δεν θέλω να ζήσω έτσι για πάντα μαμά...

Συγγραφέας: Βίκυ Ευαγγελάτου - φοιτήτρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...