Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

"Σε περίμενα πάντα" της Αφροδίτης Μαυρογονάτου

     Πάνε 45 χρόνια από τότε. Η μέρα που παντρεύτηκα. Η μέρα που κάθε κοπελίτσα ονειρευόταν. Τα προικιά μου ήταν έτοιμα στο μπαούλο από πολύ νωρίς. Όταν ήμουν μικρή και λείπαν οι γονείς μου στα χωράφια, το άνοιγα και κρυφοκοίταζα μέσα. Τα σεμεδάκια που χε πλέξει η μάνα μου, τα κατάλευκα σεντόνια, οι μαξιλαροθήκες που γάζωσε η κυρά Μαρίνα η μοδίστρα από το ύφασμα που έστειλε ο θείος Αντώνης από την Αμερική, όλα με περίμεναν. Κι εγώ έκλεινα τα μάτια και ονειρευόμουν έναν νέο, ωραίο, σαν τον Ομάρ Σαρίφ που βλέπαμε στο σεντόνι της πλατείας μικρές.

     Και έτσι, μια μέρα...
όταν ήμουν βόλτα στα πλατάνια του χωριού, το λεγόμενο νυφοπάζαρο, εμφανίστηκε εκείνος. Ο Οδυσσέας Πιτακίδης. Πηγαίναμε μαζί σχολείο και να τος τώρα με τη στολή του στρατιώτη, να με κοιτάει κι εγώ να χαχανίζω με τις φιλενάδες μου. Αυτό συνεχίστηκε καιρό. Εγώ πήγαινα στα πλατάνια και ερχόταν κι αυτός και προσπαθούσε, μάταια, να μου πιάσει κουβέντα. Ένα απόγευμα μου πε ότι θα με περίμενε στην Αγία Μαρίνα, στο λόφο. Πόση ντροπή Θεέ μου! Πέρασα όλο το βράδυ άγρυπνη. Τι θα φορέσω, τι ψέμα θα πω στους γονείς μου, τα μαλλιά μου; θα βαζα και λίγο κοκκινάδι που μου δωσε κρυφά η Μαριώ.

      Εκείνη τη μέρα θυμάμαι ότι η καρδιά μου χτύπαγε σαν το καμπαναριό της Αγια Μαρίνας τα κυριακάτικα πρωινά. Ήταν εκεί. Πόσο όμορφος! Με την ατσαλάκωτη στολή του και την μπριγιαντίνη στα μαλλιά. Δεν τολμούσα να τον κοιτάξω στα μάτια. Εκείνος μου πιασε το χέρι και κόντεψα να λιποθυμήσω. Μου πε ότι θα ρχοταν αύριο το απόγευμα να με ζητήσει από τους γονείς μου. Εγώ πλέον δεν άκουγα. Είχα πετάξει στα σύννεφα και χόρευα βαλς με τον πρίγκιπα μου.

     Έτσι κι έγινε. Ήρθε το επόμενο απόγευμα κι εγώ προσπαθούσα να καταλάβω τι λέγαν απ'τις πνιχτές φωνές που έβγαιναν από το σαλόνι. Εμένα μου είχαν πει να μείνω στην κάμαρά μου. Πόση αγωνία μπορεί να είχα! Θα γινόμουν η κυρία Πιτακίδη. Θα κάναμε δύο παιδιά και κάθε μέρα θα κανα με χαρά τη λάτρα του σπιτιού για να βρίσκει ο σύζυγός μου ένα σπίτι ζεστό και καθαρό κάθε μέρα. Πέταγα!
 
     Ξαφνικά οι φωνές άρχισαν να δυναμώνουν. Δεν μπορεί! Φωνάζαν! Μια πόρτα χτύπησε δυνατά. Τι γινόταν; τον διώξαν!  Αυτό ήρθε να μου το πει η νύφη μου. Ο αδελφός μου του μίλησε άσχημα. Πώς ένας απλός στρατιώτης θα θρέψει την αδελφή του; πώς θα κάνουν οικογένεια;

     Ήμουν απαρηγόρητη. Για μέρες και νύχτες έκλαιγα στην κάμαρά μου. Δεν μ'αφήναν να βγω έξω. Ο αδελφός μου μου διαμήνυσε ότι ο κυρ-Αρίστος ο δάσκαλος με είχε ζητήσει. Ήταν είκοσι χρόνια μεγαλύτερός μου. Τι κι αν έκλαψα, τι κι αν σταμάτησα να τρώω, όλα έγιναν γρήγορα.

     Εκείνο το Μαγιάτικο πρωινό με πάντρεψαν με τον Αρίστο. Η καρδιά μου είχε γίνει ένα κομμάτι στεγνωμένου πηλού. Δεν ήμουν εκεί. Δεν ένιωθα. Ένα φάντασμα που το περιέφεραν και το έραιναν με ευχές και καλοτυχίες. Δεν ένιωθα. Ο αδελφός μου με ανάγκαζε να σέρνω το χορό, να δείχνω χαρούμενη, να πιέζω τον εαυτό μου να μην κλάψει μπροστά σε όλους.

     Πάνε δυο χρόνια που ο Αρίστος πέθανε. Δεν έζησα άσχημη ζωή. Ήταν κουβαλητής και έντιμος άνθρωπος. Κάναμε δύο παιδιά. Αλλά η καρδιά μου είχε πάντα μια πληγή ανοιχτή που δεν είχε κλείσει κι ας είχαν περάσει σαράντα χρόνια. Σαράντα χρόνια κουβαλούσα το μαυσωλείο ενός χαμένου έρωτα. Σαράντα χρόνια κλεμμένα.
Ώσπου μια μέρα χτύπησε το κουδούνι. Ο χρόνος πάγωσε για πάντα. Η φιγούρα ενός ώριμου κυρίου με γκρίζα μαλλιά κολλημένα ακόμη με μπριγιαντίνη με κοιτούσε. Εκείνα τα μάτια όμως ήταν τα ίδια. Δεν τα ξέχασα ποτέ. Και τώρα με κοιτάγανε με την ίδια ζεστασιά των είκοσι χρόνων. Απέναντί μου ήταν ο έρωτας της ζωής μου, ο μοναδικός άντρας που του άνηκε η καρδιά μου. Μου ρθε σκοτοδίνη. Όταν άνοιξα τα μάτια ήμουν ξαπλωμένη στον καναπέ και στεκόταν από πάνω μου. Τα μάτια του έλαμπαν. Το μόνο που ψέλλισε ήταν "Άργησα"...


     Ώσπου μια μέρα χτύπησε το κουδούνι. Ο χρόνος πάγωσε για πάντα. Η φιγούρα ενός ώριμου κυρίου με γκρίζα μαλλιά κολλημένα ακόμη με μπριγιαντίνη με κοιτούσε. Εκείνα τα μάτια όμως ήταν τα ίδια. Δεν τα ξέχασα ποτέ. Και τώρα με κοιτάγανε με την ίδια ζεστασιά των είκοσι χρόνων. Απέναντί μου ήταν ο έρωτας της ζωής μου, ο μοναδικός άντρας που του άνηκε η καρδιά μου. Μου ρθε σκοτοδίνη. Όταν άνοιξα τα μάτια ήμουν ξαπλωμένη στον καναπέ και στεκόταν από πάνω μου. Τα μάτια του έλαμπαν. Το μόνο που ψέλλισε ήταν "Άργησα"...

   Και το μόνο που ψέλλισα ήταν: "Σε περίμενα πάντα"...

Συγγραφέας: Αφροφίτη Μαυρογονάτου - φοιτήτρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...