Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

"Ο Γίτσες και η ξεομελέτα - μέρος B'" της Άννας Κοντονίκα

...συνέχεια από το προηγούμενο.
     Το ίδιο βράδυ ο Γίτσες τα εξήγησε όλα στη μαμά του, ζητώντας της να τον συγχωρέσει και πως η μόνη πρόθεσή του ήταν να μην τη στεναχωρήσει και να κάνει αυτό που του ζήτησε. Εκείνη τον έβαλε τιμωρία, μόνο και μόνο για να μην ξεχάσει ποτέ πόσα άσχημα πράγματα μπορεί να συμβούν όταν κάποιος λέει ψέματα. Ο Γίτσες, το δέχτηκε και της είπε ότι έχει δίκιο, αλλά της ζήτησε...
να πιστέψει ότι η Ξεφωτεινή είναι καλή.

«Αποκλείεται να έκανε κάτι τόσο κακό. Είναι καλή! Πίστεψέ με! Εμένα με βοήθησε! Δεν είχε λόγο! Όπως δεν έχει λόγο και να κάνει κακό στο χωριό μας!»

«Πήγαινε στο δωμάτιό σου να κοιμηθείς και θα τα πούμε αύριο», τού είπε εκείνη.

     Μέσα στη νύχτα ο Γίτσες άκουσε την πόρτα του σπιτιού να χτυπάει και τη μαμά του να μιλάει με κάποιον γείτονα. Αυτό που κατάφερε να κρυφακούσει, ήταν ότι όλο το χωριό είχε αποφασίσει ότι με το πρώτο φως του ήλιου, θα πήγαιναν όλοι μαζί στο σπίτι της Ξεφωτεινής για να την αναγκάσουν να τους δώσει το αντίδοτο από το δηλητήριο που τους πότισε, αλλά και να την ξεφορτωθούν μια για πάντα.
  
     Ο Γίτσες δεν μπορούσε να κοιμηθεί όλο το βράδυ. Πριν προλάβει να ξημερώσει, το έσκασε από το σπίτι του και έτρεξε στο σπίτι της Ξεφωτεινής. Εκείνη του άνοιξε την πόρτα με τα μάτια μισόκλειστα από τη νύστα.

«Πρέπει να φύγεις! Αμέσως! Θα έρθουν να σε σκοτώσουν! Δε με πιστεύουν ότι είσαι καλή!»

«Ηρέμησε αγόρι μου. Κι έλα να σου πω μια ιστορία.»

     Η Ξεφωτεινή έβαλε τον Γίτσες να κάτσει στο τραπέζι της κουζίνας της και του πρόσφερε ένα ποτήρι γάλα.

«Το περίμενα ότι θα ερχόταν αυτή η μέρα. Πριν πολλά χρόνια, το χωριό μας ήταν σε ένα ξέφωτο. Το είχαν χτίσει με πολλή αγάπη δυο αδέρφια. Κάποια στιγμή, όμως, αγάπησαν την ίδια κοπέλα και τσακώθηκαν. Κανένας από τους δυο δεν υποχωρούσε στη διεκδίκηση της αγάπης της, ενώ εκείνη δεν έδειχνε ενδιαφέρον για κανέναν από τους δυο. Μέχρι που ο πατέρας της αποφάσισε για εκείνη και της έδωσε σε γάμο, τον έναν από τους δύο. Ο άλλος αδερφός, μέχρι την τελευταία στιγμή δεν άφηνε να γίνει αυτός ο γάμος. Μέχρι που μια μέρα πριν, αποφάσισε να τους εξορίσει και τους δυο.»

«Πώς μπορούσε να εξορίσει έναν άρχοντα; Αφού και ο αδερφός του ήταν άρχοντας της πόλης!»

«Ναι, αλλά αυτός ήταν ο μεγαλύτερος και σύμφωνα με την παράδοση, είχε παραπάνω μερίδιο στην εξουσία. Κάποιοι συγγενείς είπαν ότι καλά έκανε και τους εξόρισε, κάποιοι άλλοι όμως, σκέφτηκαν ότι ήταν πολύ απάνθρωπο αυτό και πως έπρεπε να μην ξεχάσει την αγάπη που ένωνε τα δυο αδέρφια. Οι πιο πολλοί από αυτούς που στήριξαν το ζευγάρι, έφυγαν από μόνοι τους  και το χωριό μας άρχισε να κατοικείται κι από άλλους, όχι μόνο συγγενείς των δύο. Μέχρι που όσοι υποστήριξαν τον άλλο αδερφό που εξορίστηκε, έφυγαν όλοι κι έμεινε μόνο μια οικογένεια. Αυτή την οικογένεια, για να τη ξεχωρίζουν από τους άλλους κατοίκους του χωριού, την ονόμασαν όπως λεγόταν παλιά το χωριό μας, δηλαδή ¨Ξέφωτ層.

«Άρα εσύ είσαι μια από αυτούς! Ξεφωτεινή λέγεσαι!»

«Ακριβώς, είμαι η τελευταία για την ακρίβεια. Και το φίλτρο που σου έδωσα είναι γνωστό σε όλους τους παλιούς κατοίκους. Τους πολύ παλιούς, όπως ήταν η δική μου οικογένεια. Ξέρω κι άλλα τέτοια, πολλά! Αλλά δεν είμαι μάγισσα! Απλά ξέρω συνταγές με υλικά από το δάσος. Αυτό που σου έφτιαξα, για παράδειγμα, είναι από φύλλα που φυτρώνουν με τα βατόμουρα. Εσύ μου τα μάζεψες, χωρίς να το ξέρεις.»

     Τα λόγια της διέκοψαν οι φωνές των συγχωριανών τους, που πλησίαζαν. Ο Γίτσες όρμησε έξω από το σπίτι κι άρχισε να φωνάζει προς το μέρος τους να σταματήσουν κι ότι κάνουν λάθος!
Η Ξεφωτεινή τον αγκάλιασε για να τον ηρεμήσει.

«Μου φτάνει που με πίστεψες έστω εσύ. Μη στεναχωριέσαι. Ένας μύθος λέει ότι όταν πεθάνει ο τελευταίος συγγενής που ήταν φίλος με το ζευγάρι, θα τελειώσει όλη η κακία για αυτούς και το χωριό δε θα είναι πια απομονωμένο. Θα αρχίσουν να έρχονται κι άλλοι κάτοικοι και θα γίνει μια μεγάλη κι ευτυχισμένη πόλη. Δεν είναι καλύτερα;»

     Ο Γίτσες συνέχιζε για ώρα να φωνάζει την ιστορία της Ξεφωτεινής και να την υπερασπίζεται, ενώ όλοι οι κάτοικοι του χωριού του ζητούσαν να μην μπλέκεται και να τρέξει μακριά της.

     Τότε εμφανίστηκε μέσα από το οργισμένο πλήθος, ένας ηλικιωμένος, ο πιο γηραιός κάτοικος του χωριού, που τον βοηθούσαν να περπατήσει οι δυο κόρες του. Μόλις αντιλήφθηκαν την παρουσία του, όλοι παραμέρισαν για να περάσει μπροστά, γιατί όλοι τον σέβονταν για τη σοφία του. Εκείνος πλησίασε προς το μέρος της Ξεφωτεινής και του Γίτσες κι όλοι κρέμονταν από τα χείλη του.

«Μικρέ μου Γίτσες,έχεις πολύ αγνή καρδιά και βλέπεις πιο καθαρά από όλους μας με τα μάτια της ψυχής σου. Ο μύθος που σου είπε η Ξεφωτεινή λέει όντως ότι όταν πεθάνει και ο τελευταίος κάτοικος του Ξέφωτου που κρατάει από την οικογένεια του άσωτου γιου, όπως τον ονόμασαν από τότε, θα λυθούν τα μάγια και το χωριό μας θα είναι ευτυχισμένο και πάλι, γεμάτο κόσμο κι επισκέπτες κι από άλλες πόλεις. Αυτός όμως είναι ένας μύθος που έχουν βγάλει οι εχθροί των τελευταίων συγγενών του ασώτου. Η αληθινή ευχή λέει ότι θα πρέπει οι δυο παρατάξεις να συμφιλιωθούν και να καταλάβουν την αξία της Ξεφωτεινής.»

     Για λίγο όλοι έμειναν σκεπτικοί στο άκουσμα αυτών από το στόμα ενός σοφού ανθρώπου, που γνώριζε πολλά μυστικά. Μετά από λίγο κάποιος πετάχτηκε από το πλήθος και είπε: 

«Τόσες ώρες δεν έχουμε πάθει τίποτα από την ομελέτα που μας έδωσε με το ξόρκι, οπότε μπορεί να είναι και αλήθεια ότι δεν είναι μάγισσα. Ίσως πράγματι γνωρίζει κάποιες παλιές συνταγές από το δάσος. Κι εγώ θυμάμαι ότι η προγιαγιά μου είχε ένα φάρμακο για όλες τις αρρώστιες, με υλικά που έβρισκε  μόνο βαθιά μέσα στο δάσος. Δεν το ακούω αυτό πρώτη φορά. Οι πρόγονοί μας είχαν πολλές γνώσεις, που εμείς μετά δε νοιαστήκαμε να μάθουμε.»

     Αποφάσισαν, λοιπό, όλοι μαζί να πιστέψουν την Ξεφωτεινή και να αρχίσουν να μαθαίνουν από εκείνη, όλα όσα είχαν ξεχάσει με τα χρόνια. Σιγά-σιγά το χωριό έγινε και πάλι ευτυχισμένο και πιο φωτεινό από ποτέ, με το δάσος να υποχωρεί και να δίνει τη θέση του σε ένα υπέροχο ξέφωτο, ενώ όπου έμεινε δάσος ήταν το πιο όμορφο του κόσμου και όχι σκοτεινό και δύσβατο. 

     Οι κάτοικοι αγάπησαν την Ξεφωτεινή και την είχαν στο μυαλό τους, ως την πιο σοφή κάτοικο μετά το γέρο.

Συγγραφέας: Άννα Κοντονίκα - φοιτήτρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...