Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

"Ο Γίτσες και η ξεομελέτα - μέρος Α'" της Άννας Κοντονίκα

     Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα μικρό αγοράκι, ο Γίτσες, που έμενε σε χωριό ψηλά σε ένα βουνό. Το χωριό αυτό είχε πολύ λίγους κατοίκους κι όλοι μαζί, βοηθούσαν ο ένας τον άλλον, να έχουν κάθε μέρα φαγητό να φάνε. Ο Γίτσες ήταν πολύ αγαπητός σε όλους τους κατοίκους του χωριού, γιατί τον είχαν σαν το παιδί για τα θελήματα. Είχε όμως ένα ελάττωμα.
Είχε πολύ ευαίσθητη μύτη και φτερνιζόταν συνέχεια. Έτσι, με τον καιρό, όλοι ξέχασαν πώς λέγεται κανονικά και τον φώναζαν Γίτσες. 

     Μια μέρα ο Γίτσες πήγε στην κυρία Κότη να πάρει τα αυγά από τις κότες της για να αρχίζει να τα μοιράζει στο χωριό. Η μαμά του, η καλύτερη μαγείρισσα του χωριού, ήθελε να φτιάξει μια μεγάλη ομελέτα για όλους, όπως της είχαν ζητήσει οι γείτονές της. Ο Γίτσες πήγε νωρίς το πρωί στην κυρία Κότη, πήρε τις δέκα καρτέλες με τα αυγά και ξεκίνησε για το σπίτι του. Λίγα μέτρα παρακάτω, ο Γίτσες πέρασε έξω από το σπίτι της Ξεφωτεινής, μιας γριάς που ο Γίτσες, αλλά και όλοι οι άλλοι κάτοικοι του χωριού φοβόταν πολύ και νόμιζαν ότι είναι μάγισσα. Η Ξεφωτεινή, που δεν είχε μερίδιο από την ομελέτα του χωριού, μαγείρευε μια πίτα με βατόμουρα και η μυρωδιά αυτή έφτασε στη μύτη του Γίτσες, ο οποίος στην αρχή προσπάθησε να αντισταθεί, αλλά τελικά δεν άντεξε κι άρχισε να φτερνίζεται. Τα αυγά σε κάθε φτέρνισμα του άρχισαν να φεύγουν από τις καρτέλες και τελικά έσπασαν όλα! Ο Γίτσες, έμεινε πάνω από τα σπασμένα αυγά, να τα κοιτάει και να αναρωτιέται τι θα κάνει. Σκέφτηκε, λοιπόν, να πάει πάλι στην κυρία Κότη.

« Τι έπαθες Γίτσες μου;», τον ρώτησε εκείνη όταν τον είδε.
  
« Ήθελα κι άλλα αυγά τελικά. Δεν έφτασαν. Μήπως έχετε άλλα;»

«Όχι αγόρι μου. Ό, τι είχα στο έδωσα πριν».

     Ο Γίτσες την χαιρέτησε κι άρχισε να περπατά στο δρόμο πάνω κάτω, ψάχνοντας να βρει μια λύση. Κλωτσούσε πετρούλες και πεσμένα φύλλα, για να σκεφτεί καλά, πολύ καλά, αλλά τελικά δεν τα κατάφερνε. Μέχρι που του ήρθε μια άλλη ιδέα! Να πάει ξανά εκεί που του έπεσαν τα αυγά και να δει πόσα θα μπορέσει να μαζέψει! Φτάνοντας έξω από το σπίτι της Ξεφωτεινής, είδε πως εκείνη στεκόταν στην πόρτα και τον περίμενε.

«Μήπως είδατε κάποια σπασμένα αυγά που είχα αφήσει εδώ;», τη ρώτησε τρομαγμένος.

«Τα μάζεψα εγώ, για να μην τα βρει κανείς και καταλάβουν ότι σου έπεσαν.»

«Ναι, όμως τώρα δεν έχω άλλα για την ομελέτα της μαμάς μου.», αγχώθηκε ο Γίτσες. « Κι εκείνη περιμένει να της πάω τα αυγά.»

     Η Ξεφωτεινή τον κοίταξε για λίγο και μετά του χαμογέλασε γλυκά.

« Φτιάχνω μια πολύ νόστιμη πίτα, αλλά μου έχουν τελειώσει τα βατόμουρα. Εγώ έχω μεγαλώσει πολύ και κουράζομαι να πάω να μαζέψω μόνη μου στο δάσος. Και τα μάτια μου δε βλέπουν καλά. Φοβάμαι μην μπερδευτώ και μαζέψω τα δηλητηριώδη. Μπορείς να με βοηθήσεις σε παρακαλώ; Κι εγώ θα σου δώσω όσα αυγά θες.»

     Ο Γίτσες δίστασε για λίγο, αλλά αφού σκέφτηκε ότι δεν έχει άλλη επιλογή, δέχτηκε να τη βοηθήσει να φτιάξει την πίτα της. Αφού του έδειξε πώς  να ξεχωρίσει τα καλά βατόμουρα, εκείνος ξεκίνησε για το δάσος. Μετά από λίγο, βρήκε από μπροστά του ένα θάμνο, γεμάτο βατόμουρα κι έτσι γέμισε όλο το καλάθι που του είχε δώσει η Ξεφωτεινή. Αφού τα μέτρησε βιαστικά, βγήκε τρέχοντας από το δάσος, γιατί ήταν η πρώτη φορά που απομακρυνόταν από το σπίτι του και η μαμά του τού έλεγε ότι είναι μικρός ακόμα για να κάνει βόλτες στο δάσος.

     Έφτασε στην Ξεφωτεινή κι εκείνη για να τον ευχαριστήσει του έδωσε, όχι αυγά όπως του είχε υποσχεθεί, αλλά την ξεομελέτα, ένα μαγικό φίλτρο, που μια σταγόνα του αρκεί για να μετατρέψει οτιδήποτε σε μια πεντανόστιμη ομελέτα.

     Ο Γίτσες ενθουσιασμένος πήγε στο σπίτι του και είπε στη μητέρα του ότι αφού έσπασε τα αυγά, εμφανίστηκε μια καλή νεράιδα μπροστά του και του είπε ότι αφού είναι καλό παιδί κι όλους τους βοηθάει, θα τον βοηθήσει κι αυτή, κάνοντας του δώρο την ξεομελέτα! Η μαμά του ανησύχησε, αλλά ο Γίτσες, αποφάσισε να της κάνει μια επίδειξη για να την πείσει . Πράγματι, έσταξε μια σταγόνα από το φίλτρο σε ένα κομμάτι ψωμί που ήταν πάνω στο τραπέζι κι αυτό αμέσως έγινε μια κατακίτρινη ομελέτα που μύριζε υπέροχα! Και η γεύση της ήταν ακόμα καλύτερη! Έτσι ο Γίτσες και η μαμά του άρχισαν να μετατρέπουν πράγματα μέσα στο σπίτι σε ομελέτα και στο τέλος της μέρας, κάλεσαν όλους τους κατοίκους και τους έκαναν το τραπέζι. Όλοι έφαγαν πολύ ευχαριστημένοι και φώναζαν:

«Ζήτω στην καλύτερη μαγείρισσα του χωριού!!»

     Κάποια στιγμή εμφανίστηκε η Ξεφωτεινή και όλοι πάγωσαν μόλις την είδαν. Κάποιος της φώναξε από μακριά:

«Τι θες εδώ; Φύγε μακριά, μάγισσα!!» 

     Ο Γίτσες την πλησίασε και της ζήτησε να φύγει, οι άλλοι δεν την είχαν καλέσει κι αυτός δεν μπορούσε να την αφήσει να κάτσει, γιατί θα μάθαιναν όλοι το μυστικό τους με τα σπασμένα αυγά.

«Εσύ πιστεύεις σε εμένα;» τον ρώτησε εκείνη με μάτια βουρκωμένα.

«Μα φυσικά! Είσαι φίλη μου! Με βοήθησες!»

«Σου έφερα την πίτα με τα βατόμουρα που έφτιαξα με τη βοήθειά σου. Να δοκιμάσεις και να μου πεις αν σου αρέσει».

     Ο Γίτσες πήρε την πίτα, την έκρυψε μέσα από το πουκάμισό του και γύρισε στο τραπέζι. Η μητέρα του τον παρατηρούσε για πολύ ώρα μετά, μήπως καταλάβει από πού γνώριζε την Ξεφωτεινή και ανησυχούσε πολύ για το γιο της, αλλά δεν ήθελε να κάνει σκηνή μπροστά σε όλο το χωριό.  Αφού είχαν φάει όλοι και είχε περάσει πολλή ώρα από την εμφάνιση της Ξεφωτεινής, άρα όλοι είχαν ηρεμήσει, ο Γίτσες έβγαλε κρυφά κάτω από το τραπέζι την πίτα και την ξετύλιξε από το χαρτί της. Η μητέρα του, όμως που ακόμα δεν είχε ηρεμήσει και μετρούσε μέχρι και τις ανάσες του εδώ και ώρα, τον κατάλαβε και τρέχοντας έφτασε από πάνω του. Μόλις ο Γίτσες έχει κόψει με το χέρι του μια μπουκιά από την πίτα, η μητέρα του έσταξε από την ξεομελέτα και η πίτα αμέσως έγινε ομελέτα!

     Όλο το χωριό κοίταξε προς το μέρος τους έκπληκτοι! Και όλοι ζητούσαν εξηγήσεις! Έτσι ο μικρός Γίτσες αναγκάστηκε να τους πει όλη την αλήθεια για τα σπασμένα αυγά και την Ξεφωτεινή που τον βοήθησε, δίνοντας του το φίλτρο. Τότε όλοι, ακόμα περισσότερο η μαμά του Γίτσες, που κατάλαβε πόσα ψέματα της είχε πει ο γιος της, αναστατώθηκαν πιο πολύ!

«Είναι καταραμένο!»

«Είναι δηλητήριο!»

«Θέλει να μας σκοτώσει όλους!»

«Θα πεθάνουμε όλοι! Και φταις εσύ γι’ αυτό», κάποιοι στράφηκαν εναντίον του Γίτσες. Κάποιοι άλλοι όμως, τους θύμισαν την αγνή του καρδιά και πόσο καλό παιδί είναι. Όλοι μαζί αποφάσισαν ότι για όλα φταίει η Ξεφωτεινή. 

     Το μόνο που έπρεπε να κάνουν, είναι να περιμένουν αν θα πάθουν κάτι από την ομελέτα που είχαν φάει...
  
συνεχίζεται...
  
Συγγραφέας: Άννα Κοντονίκα - φοιτήτρια Tabula Rasa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...