Μήπως ήρθε η ώρα να γράψεις τη δική σου ιστορία;

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

"Μια Ζωή" της Γιούλας Μπούρα


Κλείνει η πόρτα πίσω της με θόρυβο που αντηχεί σε όλο το κτίριο. Ο ήχος απλώνεται σε όλους τους στενούς δρόμους του μυαλού της, εκτοπίζει για λίγο τις φωνές της. Θα έχει να θυμάται τη στιγμή από τα σήμα αυτού του τελευταίου αντίο-ήχου της βαριάς  πόρτας...

Μαζί με την γυναίκα εισέρχονται στο χώρο πέρα από τον κόσμο. Σαν όνειρο κοιτάζει γύρω της. Μαζεύεται μέσα στο κομψό φόρεμά της, σμικρύνεται τρία-τέσσερα νούμερα μπας κι εξαφανιστεί, στριμώχνεται μες στα στενά ωραία παπούτσια της, σφίγγει τις γροθιές καρφώνοντας τα νύχια μες στη σάρκα της, κρατά με το άλλο χέρι τη βέρα σφιχτά σαν φυλαχτό, φοβάται όσο ποτέ στα χρόνια που θυμάται την αρρώστια της.

Φωνές από παντού, ακατανόμαστες βρισιές, λόγια ξέμπλεκα από κάθε ειρμό...
«Έλα», «ωραία φούστα», «μου το είπε ο Γιώργος εμένα», «άντε ντε» , «άσε με», «μη φωνάζεις Κατερίνα», «καληνύχτα», «θα σε σκοτώσω είπα», «δεν θα σε ξανακούσωσω εγώ, θα δεις», «πεινάω», «Νίκο κοίτα, κοίτα Νίκο»…

Μια γυναίκα εντελώς ακαθόριστης ηλικίας κρατά το εσώρουχο της στο χέρι καθισμένη στο διάδρομο και αφήνει από τα ανοιχτά της πόδια να φαίνεται ξεδιάντροπα το άτριχο αιδοίο της κοιτώντας αδιάφορα το ταβάνι. Τρέχει και την σηκώνει γρήγορα από εκεί μια γυναίκα με στολή. Στην άλλη αίθουσα με τα φυτά εσωτερικού χώρου τρεις νέες γυναίκες και μια ηλικιωμένη αποχαυνωμένες στέκουν μπροστά στην ανοιχτή τηλεόραση, όπου χωρίς ήχο παίζει ένα πρωινάδικο.

Στους θαλάμους σώματα απυθωμένα σε κρεβάτια ξέστρωτα άτσαλα, κουλουριασμένα, μια νεαρή χλωμά τη κοιτά θαρρεί αλλά είναι άδειο το βλέμμα, το νιώθει καθώς προσπερνά να μένει πίσω της και να κοιτά τον άσπρο λερό διάδρομο.

Η γυναίκα - συνοδός τής δείχνει το δωμάτιο.
«Θα είσαι καλά εδώ μόνη σου, θα έχεις την ησυχία σου Ζωή». 
Κάνει μεταβολή και την αφήνει. Καλύτερα. Είχε μαύρα μαλλιά ίδια  τα φίδια που σέρνονται στους ύπνους της, λίγο ακόμη και θα τα άρπαζε να τα πετάξει παραπέρα.

Απλώνει τα βιβλία στο τραπέζι, βάζει τα ρούχα στη μικρή ντουλάπα, την οδοντόβουρτσα και τα καλλυντικά κάτω στο μπάνιο - μα ούτε ένα τραπεζάκι;
Κλείνει τις γρήγορες τρεχαλητές σκέψεις στο κουτί και βάζει τις φωνές για ύπνο. Να ξεκουραστούν λίγο. Το βράδυ θα έλθει γρήγορα  και έχουν δουλειά να κάνουν. Της λένε, της λένε, της μιλάνε όλη μέρα. Πιάνει λακριντί κι εκείνη μαζί τους να περνά η ώρα. Τα διάβασε τόσα χρόνια όλα τα βιβλία, θέλει να πει καμιά κουβέντα.

Και τώρα τι; Του είπε του Νίκου να μην φύγει ακόμη το πρωί, είναι νωρίς. Δευτέρα σήμερα και πήγε στη δουλειά από τις 8:00. Τι κάνει τόσες ώρες στο γραφείο;

Μέρες (μήνες;) τις πιπιλίζει το μυαλό να έλθει εδώ, είναι καλά, θα της δώσει ηρεμία, λέει…Μαύρη ηρεμία. Δεν έχει ανάγκη από ηρεμία η Ζωή. Αν είχε θα έπαιρνε και τα χάπια της που το λέει και η λέξη... ηρεμιστικά. Κράτησε το «-μιστικά» και τα πέταξε στα σκουπίδια έτσι μυστικά, γιατί της την παραέδωσε στα νεύρα η ηρεμία. Όλο κοιμόταν και πήρε και κιλά. Αλλά τι τον ένοιαζε τον Νίκο για τα κιλά... Το παιδί να είναι καλά και για εκείνη σιγά μην νοιαζόταν.

Νοιαζόταν κι εκείνη για το παιδί, παλιά. Όταν πήγε στην Πρώτη μίλαγε με την δασκάλα για αυτό. Αλλά μετά δεν την πίστευε πια η δασκάλα πως εκείνο δεν διάβαζε και έφευγε από το σπίτι τα μεσημέρια και πήγαινε μακριά να βρει τον άλλο της γιο που είχε φύγει παλιά. Πάνε πολλά χρόνια πια. Δεν την πίστευε, το έβλεπε στο δύσπιστο βλέμμα της. Ζήταγε να μάθει «πότε θα έλθει και ο πατέρας του μικρού να τον γνωρίσει». Μάλλον τότε τα έφτιαξε  η δασκάλα με τον Νίκο, «όταν πήγε να τον γνωρίσει» τελικά.

Σιγά μην δεν τα είχαν. Χαζή δεν ήταν η Ζωή. Ρώταγε και τον μικρό όταν ακόμη έπαιρνε τα ηρεμιστικά πριν τα κόψει μυστικά και δεν πήγαινε πια στο σχολείο.
«Ε ναι, μιλάνε μαμά... Ξέρω εγώ τι λένε;»
Σιγά μην δεν ήξερε. Του είχε πει ο πατέρας του να μην λέει τίποτα.

Μεσημέρι έφτασε και εκείνη θυμάται με ανατριχίλα στη πλάτη την εισαγγελική εντολή. Ήλθαν με τον αδελφό της, να πάνε λέει μια βόλτα… Ναι βόλτα , με το άσπρο αμάξι. Έκανε πως δεν κατάλαβε. Μάζευε αργά αργά τα ρούχα, πήρε τον Νίκο, δεν απάντησε…

Του είχε πει του Νίκου να μην πάει στη δουλειά σήμερα, δεν ήταν καλά. Την πονούσε το κεφάλι της ακόμη, γι αυτό είχε φύγει χτες να πάει να τρέξει να περάσει λίγο το χτύπημα των καρφιών του Πάσχα στα μηλίγγια της… Μα στα χέρια και στα πόδια τα κάρφωσαν στον Ιησού , εμένα γιατί στους κροτάφους Θεέ μου;

Γύρισε - λέει - το βράδυ χτες, την βρήκε η θεία της στο Χαλάνδρι. Ε εντάξει, πήρε ταξί - μάλλον -, πήγε να δει λίγο τα μαγαζιά, είχε και τη βάφτιση του παιδιού, πότε θα διάλεγε ρούχα, λαμπάδες, μαρτυρικά;

Και άμα γύρισε βράδυ τι; Ο πονοκέφαλος κόπασε λίγο με τις βραδινές βιτρίνες και έκατσε στις κούνιες να περιμένει το παιδί. Ήθελα κι άλλο να παίξει. Σταματά ποτέ το παιδί να αγαπά το παιχνίδι;

Μακάρι να την κούναγε κι εκείνη η μάνα της. Θα της πέρναγε τώρα ο πονοκέφαλος που την έσφιγγε και της έστριβε το κεφάλι 360 μοίρες γύρω από τον αυχένα, σαν τον υδραυλικό που σφίγγει τη βαλβίδα του νιπτήρα με την μέγγενη
Έλα μαμά,  κούνα με κι άλλο λίγο . Μαμά; 

Συγγραφέας: Γιούλα Μπούρα - φοιτήτρια Tabula Rasa


Φωτογραφιες Χριστινα Βαζου, 2003-2004 Ψυχιατρειο Τρίπολης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...